Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νύχτα

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

και νύκτα, η (ΑΜ νύξ, -κτός, Μ και νύκτα)
1. το χρονικό διάστημα από τη δύση μέχρι την ανατολή του Ηλίου, σε αντιδιαστολή προς την ημέρα (α. «μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά...» β. «καὶ ἐκάλεσεν ὁ θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ σκότος... νύκτα», ΠΔ)
2. ζόφος, σκοτάδι («νῷν δὲ ὀλέθρια νὺξ ἐπ' ὄμμασιν βέβακε», Σοφ.)
3. (σε συγκρίσεις και παρομοιώσεις) κάθε σκοτεινό ή φοβερό πράγμανύχτα η ομορφιά της και χάρος κάθε της φιλί», Παλαμ.)
4. (η αιτ. εν. ως επίρρ.) νύκτα
κατά τη διάρκεια της νύχτας
νεοελλ.
1. φρ. α) «έχει νύχτα» — είναι αδαής ή απληροφόρητος για ορισμένη υπόθεση
β) «κάνει τη νύχτα μέρα» — εργάζεται νυχθημερόν
γ) «σαν τη μέρα με τη νύχτα» — λέγεται για τεράστια διαφορά μεταξύ προσώπων και πραγμάτων
δ) «τά κατάφερες σαν δυο ώρες νύχτα» — τά έκανες θάλασσα, απέτυχες
2. παροιμ. «της νύχτας τα καμώματα τά βλέπει η μέρα και γελά» — οι νυχτερινές δουλειές είναι συνήθως αποτυχημένες
νεοελλ.-μσν.
φρ. «νύχτα μέρα» ή «μέρα νύχτα» ή «καθημερνό καὶ νύχτα» ή «(ἡ)μέρα(ν) (καὶ) νύκτα(ν)» ή «ἡμέρας τε καὶ νύκτας» — διαρκώς, συνεχώς, πάντοτε
μσν.
φρ. «νύκτα πολλά» — πολύ προτού ξημερώσει
αρχ.
1. ο θάνατος («ἀμφὶ δὲ ὄσσε κελαινὴ νὺξ ἐκάλυψε», Ομ. Ιλ.)
2. το δυτικό μέρος του ορίζοντα, η δύση
3. ως κύριο όν. Νύξ
η θεά της νύχτας, θυγατέρα του Χάους
4. στον πληθ. αἱ νύκτες
οι ώρες ή οι φρουρές της νύχτας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. νύξ, νυκτός ανάγεται σε ΙΕ ρίζα nekw-t- / nokw-t- με χειλοϋπερωικό φθόγγο και μαρτυρείται στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες με φωνήεν -ο-, πρβλ. λατ. nox, noctis, ιρλδ. in-nocht, γοτθ. nahts και αρχ. ινδ. nak, αιτ. naktam, στο οποίο ο τύπος του φωνήεντος δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Η λ. επίσης εμφανίζει θ. σε -ι, πρβλ. γεν. πληθ. του λατ. nox, noctium, αρχ. ινδ. nacti-, λιθουαν. naktis, αρχ. σλαβ. nošti, ενώ στην Ελληνική θ. σε -ι θα μπορούσε ίσως να αναζητηθεί στα συνθ. σε νυκτι- (πρβλ. νυκτιβάτης, νυκτί-βιος), το α' συνθετικό τών οποίων ανάγεται πιθ. σε αρχ. αμάρτυρο ουδ. σε -ι. Η απαθής βαθμίδα της ρίζας με φωνήεν -e- μαρτυρείται στη Χεττιτική (πρβλ. χεττιτ. nekuz) και πιθ. στο ρωσ. netopyr «νυχτερίδα». Στην Ελληνική τα παράγωγα του νύξ, νυκτός (πρβλ. νύκτωρ, νύκτερος) πρέπει να ανάγονται στη συνεσταλμένη βαθμίδα n°kw-t- της ρίζας που αντιπροσωπεύεται με φωνήεν -υ- (πρβλ. λύκος), πιθ. λόγω της επίδρασης του χειλοϋπειρωικού φθόγγου kw- (που ετράπη σε -κ- προ συμφώνου) ή κάποιου ηχηρού λαρυγγικού φθόγγου (νυκτ- < nә30-, πρβλ. όνυμα: όνομα). Το φωνήεν -υ- τών παραγώγων επεκτάθηκε στη συνέχεια και στη λ. νύξ. Η ύπαρξη θέματος με επίθημα σε -r, πρβλ. λατ. nocturnus και νύκτωρ (σχηματισμένο όπως το ὕδωρ), νύκτερος, ανάγεται ήδη στην Ινδοευρωπαϊκή. Παρ' όλα αυτά, έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για το πόσο αρχ. είναι η λ. νύκτωρ, ενώ υποστηρίζεται ότι ο τ. νύκτερος έχει σχηματιστεί αναλογικά προς το ἕσπερος. Η πιθανότητα πάντως αναλογικής επίδρασης δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς αν παρατηρήσει κανείς και την παραλληλία ανάμεσα στα ήμερινός —ἡμέριος - ἡμερήσιος και νυκτερινός -νυκτέριος - νυκτερήσιος. Χαρακτηριστική, τέλος, είναι στην Ελληνική η ύπαρξη αρχ. θέματος με δασύ σύμφωνο, που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί στα ἐννύχιος, νυχαῖος, νύχειος, νυχεύω, νύχα. Κατά μία άποψη, το δασύ αυτό σύμφωνο —αν το θέμα είναι αρχαίο— αντιπροσωπεύει έναν δασύ χειλουπερωικό φθόγγο gwh, που σχηματίστηκε πιθ. κατ' επίδραση του -υ- ή αμάρτυρου ηχηρού δασέος φθόγγου -gh-. Κατ' άλλη άποψη, περισσότερο πιθανή, το δασύ σύμφωνο έχει προέλθει από λανθασμένη ερμηνεία του ονόματος νύξ, όπου το -τ- δεν ήταν εμφανές και το -ξ- προφέρθηκε ως δασύ σύμφωνο ειδικά στα συνθ. εκ συναρπαγής ἐννύχιος, παννύχιος κ.λπ. Στη Νέα Ελληνική ο τ. νύχτα έχει σχηματιστεί από νύκτα με ανομοιωτική τροπή του πρώτου κλειστού συμφώνου στο αντίστοιχο διαρκές (πρβλ. γραπτός > γραφτός).Παρ. και συνθ. της λ. νύχτα:
ΠΑΡ. νύκτιος, νύκτωρ
αρχ.
νύκτερος, νυκτιαίος, νυκτώον, νυκτωπός, νύχα, νυχεύω, νύχιος
αρχ.-μσν.
νύχος
μσν.
νυκτικός, νυκτώδης, νυχαίος
μσν.- νεοελλ.
νυκτώνω, νυχτιά, νυχτιάζω
νεοελλ.
νυχτιάτικος, νυχτικός, νύχτιος, νυχτώνω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό νυκτο- και νυχτο-) νυκτοβάτης, νυκτόβιος, νυκτοθήρας, νυκτοκλοπία, νυκτοκόραξ, νυκτοπόρος, νυκτοφύλαξ
αρχ.
νυκταιροδύτειρα, νυκτάλωψ, νύκταρχος, νυκταστράπτης, νυκταυγής, νυκτεγερτώ, νυκτερέτης, νυκτηγορώ, νυκτήμαρ, νυκτηρεφής, νυκτογραφώ, νυκτοδρόμος, νυκτοειδής, νυκτολάλημα, νυκτολαμπίς, νυκτόμαντις, νυκτομαχώ, νυκτονόμος, νυκτοπεριπλάνητος, νυκτοπλανής, νυκτοπόλεμος, νυκτοπότιον, νυκτοπύρετος, νυκτοστράτηγος, νυκτουργός, νυκτοφαής, νυκτοφαίνουσα, νυκτοφυλακή, νυχθήμερος (Ι)
αρχ.-μσν.
νυκτέπαρχος, νυκτήμερον, νυκτοπλοώ, νυκτόχρους
μσν.
νυκτοδαδίζω, νυκτοδλέπω, νυκτοδραδιάζομαι, νυκτοδεσπότις, νυκτοήμερον, νυκτοκοπιάζω, νυκτολεθρία, νυκτολόγημα, νυκτόναρ, νυκτοπερπατάρης, νυκτοπεριπατώ, νυκτοσκόπος, νυκτοστολώ, νυκτοσυνοδία, νυκτοτριήμερος, νυκτοφόρος
μσν.- νεοελλ.
νυκτεργασία, νυκτογυρισμένος, νυκτοκλέπτης
νεοελλ.
νυκταλγία, νυκτανθές, νυκτοκλοπή, νυκτοναστία, νυκτοπάρωρο, νυκτοπλάνος, νυκτόσημο, νυκτοσκοπός, νυκτοτροπισμός, νυκτουρία, νυκτωδία, νυχτοδίγλα, νυχτόδιος, νυχτοκάματο, νυχτοκάντηλο, νυχτοκόπος, νυχτοκόρακας, νυχτολούλουδο, νυχτομαθημένος, νυχτομάτης, νυχτομάχος, νυχτομπάτης, νυχτοπάλεμα, νυχτοπαραδέρνω, νυχτοπαρωρίτης, νυχτοπάτης, νυχτοπεζοδρόμος, νυχτοπερπατώ, νυχτοπέτα, νυχτοπλάνος, νυχτοπούλι, νυχτοστρατοκόπος, νυχτοφάναρο, νυχτοφύλακας, νυχτοφυλακή, νυχτοφώτιστος
(Α' συνθετικό νυκτι-) νυκτιλάλος, νυκτινόμος
αρχ.
νυκτιβάτης, νυκτίβιος, νυκτιβόας, νυκτίβρομος, νυκτίγαμος, νυκτιγενέτωρ, νυκτιδιέξοδος, νυκτιδρόμος, νυκτικλέπτης, νυκτικρυφής, νυκτιλαθραιοφάγος, νυκτιλαμπής, νυκτιμανής, νυκτίμαντις, νυκτιμέδουσα, νυκτιπαταιπλάγιος, νυκτίπλαγκτος, νυκτιπλανής, νυκτίπλανος, νυκτιπλοώ, νυκτιπόλευτος, νυκτιπόλος, νυκτιπόρος, νυκτιπραξία, νυκτίρεμβος, νυκτίσεμνος, νυκτιφαής, νυκτιφανής, νυκτίφαντος, νυκτίφοιτος, νυκτιφόρος, νυκτιφρούρητος, νυκτιχαρής, νυκτιχόρευτος
αρχ.-μσν.
νυκτικόραξ, νυκτιλόχος, νυκτίχρους
μσν.
νυκτίμορφος, νυκτίωρος
(Β' συνθετικό) νεοελλ. καληνύχτα.