Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσκοπος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(I)
-η, -ο (AM ἄσκοπος, -ον) σκοπώ (-έω)]
1. ο χωρίς σκοπό, ο ανώφελος
2. ο απερίσκεπτος, ο απρόσεκτος
αρχ.
1. ο αθέατος, ο αόρατος
2. ο απροσδόκητος
3. ο ατελείωτος, αυτός που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να υπολογιστεί.
(II)
ἄσκοπος, -ον (Α) σκοπός]]
αυτός ο οποίος δεν πετυχαίνει τον στόχο («ἄσκοπα βέλη», «ἀσκόπους λόγους ῥίπτειν»).