Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έκπληξη

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η (AM ἔκπληξις)
1. ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιέρχεται κανείς από απροσδόκητο γεγονός, ευχάριστο ή δυσάρεστο, το ξάφνιασμα
νεοελλ.
το ίδιο το απροσδόκητο γεγονός, ιδίως ευχάριστο
αρχ.-μσν.
1. κατάπληξη, τρόμος
2. θαυμασμός.