Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίγαγρος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

ο (Α αἴγαγρος)
άγρια κατσίκα, αγριοκάτσικο, αγρινό, αγρίμι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ + ἀγρός. Η λ. ἀγρός χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως β' συνθ. σε μια σειρά από σύνθετα, στα οποία σημαίνει «τον άγριο»: σύαγρος, «άγριος συς» (αγριόχοιρος), βόαγρος, «άγριος βους», ἵππαγρος «άγριος ίππος».
ΠΑΡ. νεοελλ. αιγάγρειος, αιγάγριο.