Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίγαγρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ο (Α αἴγαγρος)
άγρια κατσίκα, αγριοκάτσικο, αγρινό, αγρίμι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ + ἀγρός. Η λ. ἀγρός χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως β' συνθ. σε μια σειρά από σύνθετα, στα οποία σημαίνει «τον άγριο»: σύαγρος, «άγριος συς» (αγριόχοιρος), βόαγρος, «άγριος βους», ἵππαγρος «άγριος ίππος».
ΠΑΡ. νεοελλ. αιγάγρειος, αιγάγριο.