Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγάλακτος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και αγάλατος, -η, -ο (Α ἀγάλακτος, -ον και ἀγάλαξ, ο, η)
αυτός που δεν παρέχει γάλα
νεοελλ.
(για βρέφη) αυτός που δεν θήλασε
αρχ.
αυτός που αποκόπηκε από τον θηλασμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + γάλα.