Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγαθοεργός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀγαθοεργός, -όν και -ουργός, -όν)
αυτός που κάνει καλές πράξεις, που ασκεί τη φιλανθρωπία χωρίς αντάλλαγμα, ελπίδα ανταπαδόσεως ή μειωτική επιρροή σ’ αυτόν που ευεργετεί, φιλάνθρωπος, ευεργετικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγαθός + -εργός < έργον.
ΠΑΡ. αγαθοεργία
αρχ.
ἀγαθοεργῶ].