Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγαθοεργός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀγαθοεργός, -όν και -ουργός, -όν)
αυτός που κάνει καλές πράξεις, που ασκεί τη φιλανθρωπία χωρίς αντάλλαγμα, ελπίδα ανταπαδόσεως ή μειωτική επιρροή σ’ αυτόν που ευεργετεί, φιλάνθρωπος, ευεργετικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγαθός + -εργός < έργον.
ΠΑΡ. αγαθοεργία
αρχ.
ἀγαθοεργῶ].