Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ελπίδα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (AM ἐλπίς)
1. η προσδοκία για κάτι καλό, το να περιμένει κανείς ότι κάτι ευχάριστο θα συμβεί (α. «δεν χάνω την ελπίδα μου» β. «έχω ελπίδες για κάτι» γ. «ῥαγεισῶν ἐλπίδων» — αφού ναυάγησαν, δεν ευοδώθηκαν οι ελπίδες)
2. αυτός στον οποίο στηρίζονται οι ελπίδες κάποιου («το παιδί μου είναι η ελπίδα μου», «οι νέοι, η ελπίς του έθνους», «ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός...», «Ὀρέστης ἐλπίς δόμων»)
3. φρ. α) «παρ' ἐλπίδα» — χωρίς να το περιμένει κανείς, απροσδόκητα, αναπάντεχα
8) «φρούδη ελπίς» ή «φρούδες ελπίδες» — μάταιες, αστήριχτες ελπίδες
αρχ.-μσν.
1. φόβος, προαίσθημα για κάτι κακό
αρχ.
η αναμονή, το να περιμένει ή να προβλέπει κάποιος ότι κάτι θα συμβεί
2. φρ. α) «ἐλπίδα ἔχω», «ἐν ἐλπίδι εἰμί», «ἐπ' ἐλπίδας καθίσταμαι» — ελπίζω
β) «εἰς ἐλπίδάς τινος ἔρχομαι» — αρχίζω
γ) «εἰς ἐλπίδας ὑπάγω τινά», «ἐλπίδα ἐμποιῶ, παρέχω, ὑποτίθεμαι» — παρέχω ελπίδα, κάνω κάποιον να ελπίσει ότι
δ) «ἐλπίδα καταλύω, ἀποκόπτω» — εξαφανίζω την ελπίδα
ε) «κεναί, κενεαί ἐλπίδες» — μάταιες ελπίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ουσ. ελπίς < έλπομαι ή, κατ' άλλους, υποχωρητικά < ελπίζω. Η λέξη εκφράζει κυρίως την προσδοκία για κάτι καλό, αλλά στους αρχαίους και μεσαιωνικούς χρόνους δήλωνε επίσης γενικά κάθε είδους προσδοκία (για κάτι επιθυμητό ή και ανεπιθύμητο). Στη νέα Ελληνική η λέξη είναι εύσημη, εκτός ίσως από τη φρ. «παρ' ελπίδα», η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε αναμονή για κάτι κακό].