Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακατάβλητος

L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκατάβλητος, -ον) καταβάλλω
1. εκείνος που κανείς δεν μπορεί να τον καταβάλει, να τον ρίξει κάτω, ακαταμάχητος
2. αυτός που δεν έχει καταβληθεί, δεν έχει εξασθενήσει, ο ακμαίος
νεοελλ.
αυτός που δεν έχει καταβληθεί, δεν έχει εξοφληθεί
«ακατάβλητοι τόκοι».