Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταβάλλω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: καταβάλλω Medium diacritics: καταβάλλω Low diacritics: καταβάλλω Capitals: ΚΑΤΑΒΑΛΛΩ
Transliteration A: katabállō Transliteration B: kataballō Transliteration C: katavallo Beta Code: kataba/llw

English (LSJ)

fut. -βᾰλῶ: aor. κατέβᾰλον; Ep. 3sg.

   A κάββαλε Od. 6.172, Hes.Th.189, etc.; imper. καββαλόντων Foed.Delph.Pell.1B 14:—throw down, overthrow, κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον Il.2.414; ἐς μέσσον κ. τι 15.357; ἐνὶ πόντῳ Hes.Th.189; ἐπ' ἀκτῆς Il.23.125(tm.); ἐπὶ Χθονί Hes.Sc.462, etc.; κ. [τινὰ] ἐνθάδε Od.6.172; κ. τὰ οἰκήματα, τὰ ἀγάλματα, Hdt.1.17, 8.109; τεῖχος Th.7.24; κ. τινὰ ἀπὸ τοῦ ἵππου X.HG5.2.41; ἀπ' ἐλπίδος Pl.Euthphr.15e; κ. ἐς τὸ μηδέν to bring down to nothing, opp. ἐξᾶραι ὑψοῦ, Hdt.9.79; κάββαλλε τὸν Χείμωνα confound, defy the storm, Alc.34.3.    2 κ. ἑαυτόν throw oneself down to sleep, Plu.Caes.38.    3 strike down with a weapon, slay, Il.2.692(tm.), Hdt.4.64, etc.; by a blow, κ. πατάξας Lys.13.71; esp. of slaying victims, E.Or.1603, Isoc.2.20; κ. θῦμα δαίμοσιν E.Ba.1246.    b Pass., to be stricken, νόσῳ POxy.1121.9(iii A.D.).    4 throw into prison, κ. τινὰ ἐς ἐρκτήν Hdt.4.146: generally, throw, bring into a certain state, κ. [τινὰ] ἐς ξυμφοράς E.IT606, Antipho Soph.58; εἰς ἀπορίαν, εἰς ἀπιστίαν, Pl.Phlb.15e, Phd.88c, etc.    5 overthrow, refute, οἱ -βάλλοντες (sc. λόγοι), title of work by Protagoras: κ. τινά Democr.125; δόξαν Gal.UP6.20.    6 abuse, bully, Phld.Rh.2.164S.    7 cast down or away, cast off, reject, Isoc.12.24: metaph., forget, Ael.Fr.111; κ. εἴς τι throw away upon a thing, Pl. Lg.960e:—Pass., οἱ καταβεβλημένοι despicable fellows, Isoc.12.8; cf. καταβεβλημένως.    II let fall, drop, ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν Il.5.343; κάββαλε νεβρόν, of an eagle, 8.249; of a fawning dog, οὔατα κάββαλεν ἄμφω Od.17.302; ἴουλον ἀπὸ κροτάφων κ. Theoc.15.85; of sails, καθ' ἱστία λευκὰ βαλόντες Thgn.671; τἀκάτια Epicr.10; κατ' ὀφθαλμοὺς βαλεῖ A.Ch.574; τὰς ὀφρῦς κ. E.Cyc.167; κ. τὰ κέρατα droop their feelers, Arist.HA590b26: in Politics, abandon a measure, καταβάλλοντ' ἐᾶν ἐν ὑπωμοσίᾳ D.18.103.    2 lay down, set down, κρεῖον μέγα κάββαλεν ἐν πυρὸς αὐγῇ Il.9.206, cf. Ar.Ach.165, V.727, etc.    3 lay down, lay in stores, κ. σιτία Hdt.7.25:—Pass., κὰτ ἄσπιδες βεβλήμεναι stored up, Alc.15.5.    4 pay down, yield, bring in, ἡ λίμνη καταβάλλει ἐπ' ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον ἐκ τῶν ἰχθύων Hdt.2.149; τὰς ἐπικαρπίας τῇ πόλει And.1.92, cf. Lexib.93.    b pay, τἀργύριον Th. 1.27; τριώβολον Amips.13; ἀρραβῶνα Men.743, cf. PRev.Laws48.10(iii B.C.), etc.; τιμήν τινι ὑπέρ τινος Pl.Lg.932d, Luc.Vit.Auct. 25; τέλη GDI5018a17 (Gortyn), PHib.29.6 (iii B.C.); λύτρα GDI 5151.8 (Cret., found at Delphi); καταβαλών σοι δραχμὴν τῶν βοτρύων for them, Philostr.Her.Praef.1; κ. ζημίαν pay up, discharge a fine, D. 24.83, cf. 59.27:—later in Med., μισθὸν καταβαλέσθαι Alciphr.1.12.    5 put in, deposit, in Pass., εἰ ἡ μαρτυρία κατεβάλλετο ἐνταῦθα D.34.46:—but usu. in Med., deposit, γράμματα εἰς κιβωτόν BCH25.100 (Tlos), cf. IG12(1).3.15 (Rhodes); ψευδεῖς γραφὰς εἰς τὰ δημόσια γράμματα Docum. ap. D.18.55; λόγους IG7.2850 (Haliartus); δόγμα GDI5182.10 (Cret., found at Teos).    6 throw down seed, sow, Men. Georg.37, cf. καταβλητέον; κ. τὸ σπέρμα, of the male, Epicur.Nat.908.1:—Pass., Placit.5.7.4, Sor.1.33, Ocell.4.14: metaph., σπέρμα κ. τοιούτων πραγμάτων D.24.154; κ. φάτιν ὡς .. spread abroad a rumour, Hdt.1.122, cf.E.HF758(lyr.).    7 lay down as a foundation, mostly in Med., τὴν τῆς ναυπηγίας ἀρχὴν καταβαλλόμενος Pl.Lg.803a: esp. metaph., -βαλλομένα μέγαν οἶκτον beginning a lament (cf. infr. 8), E. Hel.164(lyr.); Ἀρίστιππος τὴν Κυρηναϊκὴν φιλοσοφίαν κατεβάλετο Str. 17.3.22; καταβαλέσθαι τοὐπτάνιον Sosip.1.39; ἐξ ἀρχῆς καινὴν νομοθεσίαν D.S.12.20; τὴν Στωϊκῶν αἵρεσιν Plu.2.329a: hence generally, to be the author of, commit to writing, ἱστορικὰς καταβαλόμενοι πραγματείας D.H.1.1; λόγον Darius ap.D.L.9.13; φλυαρίας Gal.7.476:— Pass., ὅταν δὲ κρηπὶς μὴ καταβληθῇ… ὀρθῶς E.HF1261: freq. metaph., δεδημοσιωμένα που καταβέβληται Pl.Sph.232d; πολλοὶ λόγοι πρὸς αὐτὰ -βέβληνται Arist.EN1096a10; καταβεβλημέναι μαθήσεις fundamental, established, Arist.Pol.1337b21; τὰ κ. παιδεύματα ib.1338a36, cf. Phld.Rh.1.27S.    8 c. inf., γάμον καταβάλλομ' ἀείδειν I begin my song of, Call.Fr.196.    III Pass., lie down, εἰς εὐνάν Theoc.18.11.    2 like καταβαίνω 11.1, arrive at in a course of lectures, εἰς Γοργίαν Dam.Isid.54.    B intr., fall, εἰς φθόνον καὶ ἀπορίαν Pl.Ep.344c.

German (Pape)

[Seite 1338] (s. βάλλω), 1) herabwerfen, herunterwerfen, zu Bodenstürzen; in tmesi, πρίν με κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον Il. 2, 414; ἡ δὲ μέγα ἰάχουσα ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν 5, 343, sie ließ den Sohn zur Erde fallen; vom Adler, πὰρ δὲ Διὸς βωμῷ κάββαλε νεβρόν 8, 249; κάββαλ' ἐπ' ἠπείροιο Hes. Th. 189; κατ' ἀγρίῳ ἐν πυρὶ βάλλω Theocr. 2, 54; von den schmeichelnden Hunden, οὔατα κάββαλεν, er ließ die Ohren hangen, senkte sie, Od. 17, 302; vgl. Eur. καταβαλὼν τὰς ὀφρῦς Cycl. 167; vom Hirsch, καταβάλλειν τὰ κέρατα, das Geweih abwerfen, Arist. H. A. 6, 18 u. öfter; p. πρᾶτον ἴουλον ἀπὸ κροτάφων, den ersten Bart herabwallen lassen, Theocr. 15, 85; Ggstz ἀναστῆσαι, Plat. Charm. 155 b; αἴσχιον ἐν πάλῃ τὸ πίπτειν ἢ τὸ καταβάλλειν Hipp. min. 374 a; vgl. Plut. Pericl. 8; καταβάλλειν ἀπὸ τοῦ ἵππου, vom Pferde herunterwerfen, Xen. Hell. 5, 2, 41; übertr., ἀπ' ἐλπίδος Plat. Euthyphr. 15 e; zerstören, τὰ οἰκήματα οὐ κατέβαλλε Her. 1, 17; τὰ θεῶν ἀγάλματα, umstürzen, 8, 109; πολλοὺς Λακεδαιμονίων, niederstrecken, 9, 63, wie Lys. πατάξας τινά 13, 87; ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἠκόντιζον καὶ πολλοὺς αὐτῶν κατέβαλλον Xen. Hell. 3, 2, 3, vgl. Cyr. 1, 3, 14; πατάξαι καὶ καταβαλεῖν τὴν παρθένον Plut. Cim. 6; Pol. 5, 17, 4 u. a. Sp. – So ist auch vielleicht ἱερεῖα καταβάλλειν Isocr. 2, 20 zu nehmen, wenn es nicht wie unten 3) »die gesetzmäßigen Opfer abtragen, erlegen« ist; vgl. Eur. καλὸν τὸ θῦμα καταβαλοῦσα δαίμοσιν Bacch. 1244 u. σφάγια Or. 1603. – 2) in einen Zustand hineinversetzen, mit Heftigkeit oder plötzlich, εἰς συμφοράς Eur. I. T. 606, εἰς ἀπορίαν Plat. Phil. 15 e Hipp. mai. 286 c; εἰς ἀπιστίαν Phaed. 88 c; εἰς φόβον Epist. VII, 333 c; εἰς φθόνον ib. 344 c; εἶς δόξαν Rep. VII, 538 d. Auch med., sich stürzen, εἰς φθόνον καὶ ἀπορίαν Plat. ep. VII, 344 c; vgl. ἐξάρας με ὑψσῦ ἐς τὸ μηδὲν κατέβαλες, du stießest mich von der Höhe in das Nichts hinab, Her. 9, 79. – Aehnlich im eigtl. Sinne εἰς γῆν φυτὸν καὶ σπέρμα Plat. Theaet. 149 e, aussäen; übertr., οὐδὲ σπέρμα δεῖ καταβάλλειν ἐν τῇ πόλει οὐδένα τοιούτων πραγμάτων Dem. 24, 154. – Ueberhaupt verbreiten, καταβάλλειν φάτιν, das Gerücht verbreiten, Her. 1, 122; δεδημοσιωμένα που καταβέβληται γεγραμμένα Plat. Soph. 232 b; πολλοὶ λόγοι πρὸς αὐτὰ καταβέβληνται Arist. Eth. 1, 3 (s. unten 4). – 3) niederlegen, hinlegen, Ar. Ach. 165 Ran. 1124. – Besonders Geld erlegen, zu dessen Bezahlung man verpflichtet ist, u. überhaupt Geld einbringen, abwerfen, ἡ λίμνη ἐς τὸ βασιλεῖον καταβάλλει ἐπ' ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον ἐκ τῶν ἰχθύων Her. 2, 149; τὰ νόμιμα Plat. Legg. V, 742 b XI, 932 d; χρήματα Andoc. 1, 73; entrichten, Thuc. 1, 27; τέλη ὠνούμενος μὴ καταβάλλειν Dem. 24, 144; ζημίας ib. 83; τὰς καταβολάς 59, 27; Sp., wie Plut. Them. 24; bezahlen, Strab. V, 224; λύτρα πολεμίοις D. Hal. 2, 10; ὑπέρ τινος, Luc. vit. auct. 25. – Ein Zeugniß ablegen, ἡ μαρτυρία κατεβάλλετο ἐνταῦθα Dem. 34, 46. – 4) verwerfen, Sp., bes. pass., αἱ καταβεβλημέναι ὑποθέσεις Arist. Pol. 8, 2, wenn dies nicht zu 2) gehört, die allgemein verbreiteten, gewöhnlichen, u. deshalb nicht bewnders zu achtenden; Isocr. aber vrbdt τοῦ μὴ τῶν καταβεβλημένων εἷς εἶναι μηδὲ τῶν κατημελημένων, 12, 8, wobei an den zu Boden gestreckten Ringer zu denken ist. – Med. für sich niederlegen, bes. den Grund zu Etwas, οἷον δή τις ναυπηγὸς τὴν τῆς ναυπηγίας ἀρχὴν καταβαλλόμενος Plat. Legg. VII, 803 a; übh. begründen, anfangen, ὦ μεγάλων ἀχέων καταβαλλομένα μέγαν οἶτον Eur. Hel. 164, vgl. pass. ὅταν δὲ κρηπὶς μὴ καταβληθῇ γένους ὀρθῶς, ἀνάγκη δυστυχεῖν τοὺς ἐκγόνους Herc. Fur. 1261; τοὐπτάνιον, einrichten, Sosip. Ath. IX, 318 d; Sp. häufiger, Ἀρίστιππος τὴν Κυρηναϊκὴν φιλοσοφίαν κατεβάλετο Strab. XVII, 837, er gründete die kyrenäische Schule, wie ὁ Στωικῶν αἵρεσιν καταβαλόμενος Plut. de Alex. fort. 1, 6; ἐξ ἀρχῆς καινὴν νομοθεσίαν καταβαλόμενος D. Sic. 12, 20; ἱστορικὰς πραγματείας D. Hal. 1, 1. Von der Weltschöpfung, K. S. Vgl. καταβολή.

Greek (Liddell-Scott)

καταβάλλω: μέλλ. -βᾰλῶ: ἀόρ. κατέβᾰλον, Ἐπικ. γ΄ ἑνικ. κάββαλε. Ρίπτω καταρρίπτω, ἀνατρέπω, κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον Ἰλ. Β. 414· ἐς μέσσον κ. τι Ο. 357· ἐνὶ πόντῳ Ἡσ. Θ. 189· ἐπ’ ἀκτῆς Ἰλ. Ψ. 125· ἐπὶ χθονὶ Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 462, κτλ.· κ. τινὰ ἐνθάδε Ὀδ. Ζ. 172· κ. τὰ οἰκήματα, τὰ ἀγάλματα Ἡρόδ. 1. 17., 8. 109· κ. τινὰ ἀπὸ τοῦ ἵππου Ξεν. Ἑλλ. 5. 2, 41· ἀπ’ ἐλπίδος Πλάτ. Εὐθύφρων 15Ε· κ. ἐς τὸ μηδέν, καταβιβάζειν εἰς τὸ μηδέν, ἀντίθετον τῷ ἐξᾶραι ὑψοῦ, Ἡρόδ. 9. 79, πρβλ. Εὐρ. Βάκχ. 202. 2) καταβάλλω δι’ ὅπλου, φονεύω, Ἰλ. Β. 692, Ἡρόδ. 4. 64, κτλ.· ἢ διὰ κτυπήματος, κ. πατάξας Λυσ. 136. 22· ἰδίως ἐπὶ σφαγῆς θυμάτων, θύω, καὶ σφάγια πρὸ δορὸς καταβάλοις Εὐρ. Ὀρ. 1603, Ἰσοκρ. 19Α· κ. θῦμα δαίμοσιν Εὐρ. Βάκχ. 1246. 3) ῥίπτω, φέρω εἴς τινα κατάστασιν, κ. τινὰ ἐς ξυμφορὰς ὁ αὐτ. ἐν Ι. Τ. 606· εἰς ἀπορίαν, εἰς ἀπιστίαν Πλάτ. Φίληβ. 15Ε, Φαίδ. 88C, κτλ. 4) ῥίπτω μακράν, ἀπορρίπτω, Ἰσοκρ. 238Α, Ξεν. Κύρ. 2. 2, 4· μεταφ., λησμονῶ, Αἰλ. παρὰ Σουΐδ.·― καταβ. εἴς τι, ῥίπτω ἐπάνω εἴς τι, Πλάτ. Νόμ. 960Ε, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 5, ἐν τέλ.: ― κ. ἑαυτόν, Λατ. se abjicere, Πλουτ. Καῖσ. 38· ἐντεῦθεν, καταβεβλημένοι, ἐγκαταλελειμμένοι ἄνθρωποι, Λατ. homines projectae audaciae, Ἰσοκρ. 234Β. ― Ἐπίρρ. καταβεβλημένως, μετὰ περιφρονήσεως, ὁ αὐτ. περὶ Ἀντιδ. § 326. ΙΙ. ἐπὶ ἠπιωτέρας σημασίας, ἀφίνω νὰ πέσῃ, ἀπὸ ἓο κάββαλεν υἱὸν Ἰλ. Ε. 343· κάββαλε νεβρόν, ἐπὶ ἀετοῦ, Θ. 249· καταβιβάζω, ἐπὶ κυνός, οὔατα κάββαλεν ἄμφω Ὀδ. Ρ. 302· ὡς ναυτικὸς ὅρος, κ. ἱστία Θέογν. 671· τἀκάτια Ἐπικρ. ἐν Ἀδήλ. 2· ὡσαύτως, κατ’ ὀφθαλμοὺς βαλεῖ Αἰσχύλ. Χο. 575· τὰς ὀφρῦς κ. Εὐρ. Κύκλ. 167 (πρβλ. ὀφρύς)·― ἐγκαταλείπω χρηματικὴν ἀπαίτησιν, ἐᾶν καταβαλόντα ἐν ὑπωμοσίᾳ Δημ. 260, ἐν τέλ.· ― περὶ τοῦ ἴουλον... καταβάλλων ἐν Θεοκρ. 15. 85, ἴδε ἐν λ. ἴουλος. 2) τοποθετῶ, Λατ. deponere, κρεῖον μέγα κάββαλεν ἐν πυρὸς αὐγῆ, μέγα κρεοδόχον ἀγγεῖον ἔβαλεν ἐπάνω εἰς τὴν φλόγα τοῦ πυρός, Ἰλ. Ι. 206, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 165, Σφ. 727, κτλ. 3) καταβιβάζω, ἰδίως εἰς τὴν παραλίαν, κ. σιτία Ἡρόδ. 7. 25,― ἔνθα ἕτεροι ἐκλαμβάνουσιν αὐτὸ ὡς σημαῖνον, ἀποθηκεύω, ἐπισωρεύω, 4) φέρω, δίδω εἰσόδημα, καταβάλλει ἡ λίμνη ἐπ’ ἡμέραν ἑκάστην τάλαντον ἀργυρίου ἐκ τῶν ἰχθύων Ἡρόδ. 2. 149· τὰς ἐπικαρπίας τῇ πόλει Ἀνδοκ. 12. 29. β) ὡς καὶ νῦν, ἀποτίνω, πληρώνω, τἀργύριον Θουκ. 1. 27· καββαλὼν τριώβολον Ἀμειψίας ἐν «Μοιχοῖς» 1· ἀρραβῶνα Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 223· τιμήν τινι ὑπέρ τινος Πλάτ. Νόμ. 932D, Λουκ. Βίων Πρᾶσις 25· καταβαλών σοι δραχμὴν τῶν βοτρύων, διὰ τὰ σταφύλια, Φιλόστρ. 661· κ. ζημίαν, ἀποτίνειν πρόστιμον, Δημ. 724. 4 (πρβλ. καταβολὴ ΙΙ. 2). - Παθ., τὰ προσκαταβλήματα… διὰ τὸν τοῦ νόμου φόβον καταβάλλεται Δημ. 731. 7. 5) ῥίπτω τινὰ εἴς τινα τόπον καὶ κατακλείω αὐτὸν ἐκεῖ, συλλαβόντες δὲ σφεας κατέβαλον ἐς ἑρκτὴν Ἡρόδ. 4. 146. 6) παρέχω, δίδω μαρτυρίαν Δημ. 921. 4· καταθέτω ἔγγραφον, Πλάτ. Σοφιστ. 232D· καὶ ἐν τῷ μέσ., τῶν νόμων οὐκ ἐώντων… ψευδεῖς γραφὰς εἰς τὰ δημόσια γράμματα καταβάλλεσθαι, «γραφὴ» παρὰ Δημ. 243. 25. 7) ῥίπτω σπόρον, σπείρω, εἰς ποίαν γῆν ποῖον σπέρμα καταβλητέον Πλάτ. Θεαίτ. 149Ε· καὶ ἐν τῷ Παθ., Πλούτ. 2. 905E· - μεταφ., σπέρμα κ. τοιούτων πραγμάτων Δημ. 748. 13· κατέβαλον φάτιν, διέδοσαν φήμην, Λατ. spargere voces, Ἡρόδ. 1. 122, πρβλ. Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 758. 8) βάλλω ὡς θεμέλιον, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, τὴν τῆς ναυπηγίας ἀρχὴν καταβαλλόμενος Πλάτ. Νόμ. 803A· καταβαλλομένα μέγαν οἶτον Εὐρ. Ἑλ. 164· Ἀρίστιππος τὴν Κυρηναϊκὴν φιλοσοφίαν κατεβάλλετο Στράβ. 837· τοὐπτάνιον ὀρθῶς καταβαλέσθαι Σωσίπατρ. ἐν «Καταψευδομένῳ» 1. 39· καινὴν νομοθεσίαν Διόδ. 12. 20· αἵρεσιν Πλούτ. 2. 329A· φλυαρίας Γαλην. -Παθ., ὅταν δὲ κρηπὶς μὴ καταβληθῇ… ὀρθῶς Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1261· ὡσαύτως, καταβεβλημέναι μαθήσεις, θεμελιώδεις, βάσιμοι, τακτικαί, Ἀριστ. Πολιτικ. 8. 2, 6· τὰ κ. παιδεύματα αὐτόθι 8. 3, 11. 9) μετ’ ἀπαρ., γάμον καταβάλλομ’ ἀείδειν, ἄρχομαι ψάλλων περὶ…, Καλλ. Ἀποσπ. 169. ΙΙΙ. Παθ., «πλαγιάζω», κατακλίνομαι, εἰς εὐνὰν Θεόκρ. 18. 11.

French (Bailly abrégé)

f. καταβαλῶ, ao.2 κατέβαλον;
1 abattre, renverser, jeter à bas, acc. : τινα ἀπὸ τοῦ ἵππου XÉN renverser qqn de cheval;
2 baisser, abaisser : οὔατα OD baisser les oreilles ; ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν IL elle laissa retomber son fils ; fig. κ. ἑαυτόν PLUT s’abandonner, se dégrader ; οἱ καταβεβλημένοι ISOCR les gens de rien;
3 enfoncer, jeter dans ; fig. τινα εἰς ἀπιστίαν PLAT jeter qqn dans la défiance ; répandre : φάτιν HDT un bruit;
4 déposer : κρεῖον IL dresser une table à découper ; particul. déposer une somme d’argent, payer, acc. ; rapporter, produire : ἡ λίμνη καταβάλλει ἐς τὸ βασιλήϊον ἐπ’ ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον ἐκ τῶν ἰχθύων HDT le lac rapporte chaque jour au palais un revenu d’un talent de la vente des poissons;
5 rejeter, mettre de côté;
Moy. καταβάλλομαι;
1 déposer pour soi : εἰς τὰ δημόσια γράμματα DÉM déposer dans les registres publics;
2 déposer une semence, un germe;
3 poser les fondements de, fonder, établir : αἵρεσιν PLUT une école de philosophie.
Étymologie: κατά, βάλλω.

English (Autenrieth)

ipf. κατέβαλλε, aor. sync. κάββαλε (κάμβαλε): cast or throw down, Il. 15.357, Od. 6.172; then merelyput down,’ ‘let fall,’ Il. 9.206, Il. 5.343, Il. 8.249; (κυών) οὔατα κάββαλεν, ‘dropped’ his ears, Od. 17.302†.

English (Strong)

from κατά and βάλλω; to throw down: cast down, lay.

English (Thayer)

passive and middle present participle καταβαλλόμενος; 1st aorist passive κατεβλήθην; (from Homer down); the Sept. for הִפִּיל;
1. to cast down: τινα, passive, to throw to the ground, prostrate: passive, to put in a lower place: in the phrase θεμέλιον καταβάλλομαι, to lay (down) a foundation (Josephus, Antiquities 11,4, 4; 15,11, 3; Dionysius Halicarnassus, Antiquities 3,69; others), Hebrews 6:1.

Greek Monolingual

(AM καταβάλλω)
1. ρίχνω κάποιον ή κάτι κάτω, καταρρίπτω
2. (σχετικά με χρήματα) καταθέτω, πληρώνω, κάνω πληρωμές
νεοελλ.
1. (για νόσο) εξαντλώ, εξασθενίζω, καταπονώ
2. φρ. α) «καταβάλλω κόπους (ή μόχθους)» — κοπιάζω πολύ, μοχθώ πολύ
β. «καταβάλλω προσπάθειες» — προσπαθώ, φροντίζω
νεοελλ.-μσν.
νικώ, υπερνικώ
μσν.
1. παραδίδω
2. κατεβάζω χαμηλά
3. παραμερίζω, παραγκωνίζω
4. κατηγορώ, διαβάλλω
5. μέσ. καταβάλλομαι
ταπεινώνομαι
6. φρ. «καταβάλλω κάποιον εἰς ὀργήν» — εξοργίζω, εξερεθίζω κάποιον
μσν.-αρχ.
εξευτελίζω, ταπεινώνω
αρχ.
1. (σχετικά με οικήματα) γκρεμίζω
2. αφήνω κάτι να πέσει
3. (σχετικά με έμψυχα) ρίχνω καταγής με όπλο, σκοτώνω
4. (και παθ.) καταβάλλομαι (σχετικά με νόσο) πλήττομαι
5. θυσιάζω
6. φέρνω ή οδηγώ κάποιον σε μια κατάσταση απότομα ή ξαφνικά
7. εγκλείω, φυλακίζω
8. απορρίπτω
9. μτφ. λησμονώ
10. πλαγιάζω, κατακλίνομαι
11. κατεβάζω, χαμηλώνω
12. (σχετικά με τα πρώτα γένια) βγάζω
13. (για πολιτικούς) εγκαταλείπω χρηματική απαίτηση
14. τοποθετώ, θέτω, βάζω
15. βάζω σε αποθήκη, αποθηκεύω, επισωρεύω
16. αποφέρω, παρέχω πρόσοδο
17. πληρώνω πρόστιμο
18. μέσ. (για έγγραφα και μαρτυρίες) καταγράφομαι, κατατίθεμαι
19. ρίχνω σπόρο, σπέρνω
20. (σχετικά με λόγια ή φήμες) διαδίδω, εξαπλώνω, διασπείρω
21. μέσ. θέτω την αρχή, τη βάση, θεμελιώνω
22. μέσ. ιδρύω κάτι, γίνομαι η βάση για κάτι
23. (σε γάμο) αρχίζω ωδή, άσμα
24. (η μτχ. παθ. παρακμ.) καταβεβλημένος, -η, -ον
θεμελιώδης, βάσιμος (α. «αἱ καταβεβλημέναι μαθήσεις» β. «τα καταβεβλημένα παιδεύματα», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + βάλλω. Το ρ., που σημαίνει «ρίχνω κάτω», χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει και ενέργειες που εμπεριέχουν την αρχική αυτή σημ. κυριολεκτικά, όπως «σπείρω», ή μεταφορικά, όπως «καταθέτω» (πρόστιμο). Το ρίξιμο του αντιπάλου καταγής οδήγησε στη γενίκευση της σημ. σε «κατανικώ» και, στη μεσοπαθητική φωνή, σε «εξασθενώ»].

Greek Monotonic

καταβάλλω: μέλ. -βᾰλῶ, αόρ. βʹ κατέβᾰλον, Επικ. γʹ ενικ. κάββαλε·
I. 1. ρίχνω κάτω, ανατρέπω, σε Όμηρ. κ.λπ.· κ. εἰς τὸ μηδέν, φέρνω, οδηγώ στο μηδέν, σε Ηρόδ.
2. σκοτώνω με όπλο, φονεύω, σφαγιάζω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.
3. ρίχνω ή φέρνω σε ορισμένη κατάσταση, σε Ευρ., Πλάτ.
4. ρίχνω κάτω ή ρίχνω μακριά, διώχνω, απορρίπτω, σε Ξεν.
II. με ηπιότερη σημασία, αφήνω κάτι να πέσει κάτω, ρίχνω κάτι κάτω, σε Όμηρ.· κ. ἱστία, κατεβάζω τα πανιά, σε Θέογν.· τὰς ὀφρῦς κ., σε Ευρ.
2. βάζω, επιθέτω, τοποθετώ, Λατ. deponere, σε Ομήρ. Ιλ., Αριστοφ.
3. κατεβάζω ή συσσωρεύω, ιδίως, στην παραλία, σε Ηρόδ.
4. πληρώνω τοις μετρητοίς, παραχωρώ, παραδίδω ή εισφέρω, στον ίδ.· αποτίνω, πληρώνω, σε Θουκ. κ.λπ. — Μέσ., προκαλώ κατάθεση, σε Δημ.
5. παρέχω, δίνω, μαρτυρίαν, στον ίδ.
6. ρίχνω σπόρο, σπέρνω, στον ίδ.· κ. φάτιν, Λατ. spargere voces, σε Ηρόδ.
7. βάζω, θέτω ως θεμέλιο, ως βάση, κυρίως στη Μέσ., σε Ευρ. — Παθ., καταβεβλημένος, βασικός, θεμελιώδης, τακτικός, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

καταβάλλω: (fut. καταβαλῶ, aor. 2 κατέβαλον - эп. 3 л. sing. κάββαλε)
1) выпускать из рук, ронять (ἀπὸ ἕο υἱόν Hom.); выпускать из когтей, бросать вниз (νεβρόν Hom.);
2) опускать вниз: (Ἄργος) οὔατα κάμβαλεν (= κάββαλεν) ἄμφω Hom. (увидев хозяина), Аргос опустил оба уха; κ. τὰς ὀφρῦς Eur. опустить брови, т. е. разгладить чело, повеселеть;
3) отращивать, отпускать (ἴουλον ἀπὸ κροτάφων Theocr.);
4) бросать, сеять (εἰς γῆν φυτὸν καὶ σπέρμα Plat.);
5) сбрасывать, сталкивать, опрокидывать (τινὰ ἀπὸ τοῦ ἵππου Xen.; ἐπὶ χθονί, ἐνὶ πόντῳ Hes.; ἐν πάλῃ, sc. τὸν ἀντίπαλον Plat.; καταβαλλόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπολλύμενοι NT): κ. ἀπ᾽ ἐλπίδος Plat. лишать надежды, приводить в уныние;
6) низвергать, разрушать, сносить (τὰ οἰκήματα, τὰ τῶν θεῶν ἀγάλματα Her.);
7) свергать, низводить (τινὰ εἰς τὸ μηδέν Her.);
8) валить, срубать (τὰ δενδρα Arst.);
9) умерщвлять, убивать (πολλοὺς Λακεδαιμονίων Her.; ἐάν τις ξύλῳ ἢ μαχαίρᾳ πατάξας καταβάλῃ Lys.);
10) сваливать, складывать (φιτροὺς ἐπ᾽ ἀκτῆς Hom.);
11) приносить или закалывать в жертву (σφάγια, τὸ θῦμα δαίμοσιν Eur.);
12) распускать, распространять (φάτιν Her.; αἱ καταβεβλημέναι νῦν μαθήσεις Arst.);
13) ввергать, помещать, заключать (τινὰ ἐς ἑρκτήν Her.);
14) повергать, ввергать, приводить (εἰς συμφοράς Eur.; τινὰ εἰς φόβον, εἰς δόξαν, εἰς ἀπιστίαν Plat.): καταβάλλεσθαι εἰς φθόνον Plat. поддаться чувству зависти;
15) отвергать, отбрасывать прочь: κατέβαλεν ὃ ἔλαβεν, ὡς ἕτερον ληψόμενος Xen. он отбросил (кусок), который взял, чтобы выбрать другой; οἱ καταβεβλημένοι Isocr. пропащие люди, отверженные;
16) откладывать в сторону (τοὺς σκίπωνας Arph.);
17) устанавливать, ставить (κρεῖον ἐν πυρὸς αὐγῇ Hom.);
18) доставлять, накапливать (κ. σιτία τῇ στρατιῇ Her.);
19) доставлять (в виде дохода), давать, приносить (ἐπ᾽ ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον Her.);
20) вносить, платить, уплачивать (τἀργύριον Thuc.; τιμήν τινι ὑπέρ τινος Plat.; ζημίας Dem.);
21) давать, предоставлять (μαρτυρίαν Dem.; γεγραμμένα Plat.): καταβάλλεσθαι εἰς τὰ δημόσια γράμματα Dem. сдать свои документы в государственный архив; πολλοὶ λόγοι πρὸς αὐτὰ καταβέβληνται Arst. в пользу этого приведены многие доводы;
22) преимущ. med. (тж. κ. θεμέλιον NT) закладывать основы, основывать, класть начало (чему-л.), подготовлять (μέγαν οἶτον Eur.): τὴν τῆς ναυπηγίας ἀρχὴν καταβάλλεσθαι Plat. набрасывать основную схему постройки корабля; ὁ Στωϊκῶν αἵρεσιν καταβαλόμενος Plut. (Зенон), положивший начало школе стоиков; ὅταν κρηπὶς καταβληθῇ ὀρθῶς Eur. когда основа хорошо заложена.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατα-βάλλω, Dor. imperf. med. 2 sing. κατεβάλλευ; ep. aor. 3 sing. κάββαλε met acc., meestal met bep. van richting of prep. bep. neerwerpen, naar beneden gooien:; ἐνθάδε κάββαλε hij heeft mij hier doen belanden Od. 6.172; κ. τινὰ ἐς ἐρκτήν iem. in de gevangenis gooien Hdt. 4.146.2; κ. τινὰ ἀπὸ τοῦ ἵππου iem. van zijn paard gooien Xen. Hell. 5.2.41; κατέβαλεν ὃ ἔλαβεν hij wierp weg wat hij had gekregen Xen. Cyr. 2.2.4; ook med.:; ὅκ ’ εἰς εὐναν κατεβάλλευ toen jij je op je bed liet vallen Theocr. 18.11; overdr.: κάββαλλε τὸν χείμωνα verdrijf de winterkoude Alc. 338.5; κ. ἐς τὸ μηδέν tot nul reduceren Hdt. 9.79.1; κ. τινὰ ἀπ ’ ἐλπίδος iem. de hoop doen verliezen Plat. Euthyph. 15e; κ. φάτιν ὡς het gerucht verspreiden dat Hdt. 1.122.3. met acc., altijd zonder prep. bep. spec. med. als fundament leggen, beginnen:; τὴν τῆς ναυπηγίας ἀρχὴν κ. de basis voor het bouwen van een schip leggen Plat. Lg. 803a; overdr.: καταβάλλεσθαι μέγαν οἶκτον luid geklaag inzetten Eur. Hel. 164; ὅταν δὲ κρηπὶς μὴ καταβληθῇ γένους ὀρθῶς wanneer de basis van een geslacht niet op de juiste wijze is gelegd Eur. HF 1261; τὰ καταβεβλημένα παιδεύματα de gevestigde leersystemen Aristot. Pol. 1338a36. omverwerpen, verwoesten:; τεῖχος een muur Thuc. 7.24.1; overdr.:; πατρίους παραδοχάς breken met de voorvaderlijke tradities Eur. Ba. 202; neerslaan:; καταβάλλει πατάξας met één klap slaat hij hem neer Lys. 13.71; doden: m. n. van offerdieren:. ἱερεῖα πολλὰ κ. vele offerdieren slachten Isocr. 2.20. laten vallen, laten zakken:; κάββαλε νεβρόν hij (adelaar) liet het hert vallen Il. 8.249; οὔατα κάββαλεν ἄμφω hij (hond) liet beide oren hangen Od. 17.302; τοὺς σκίπωνας καταβάλλω ik laat de stokken vallen (= ik werp de handdoek in de ring? ) Aristoph. Ve. 727; ook overdr.: laten vallen, afzien van:. τὸν νόμον τοῦτον... καταβάλλοντ ’ ἐᾶν van die maatregel afzien en hem laten vallen Dem. 18.103. neerleggen; opbergen:; σιτία κ. de proviand opbergen Hdt. 7.25.1; (van geld) binnen brengen, opleveren:; ( ἡ λίμνη ) καταβάλλει ἐπ ’ ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον ἀργυρίον ἐκ τῶν ἰχθύων het (meer) levert dagelijks een talent aan zilver op uit de visvangst Hdt. 2.149.5; betalen:. τἀργύριον het geld Thuc. 1.27.1; τὸ δημόσιον ὑπὲρ αὐτοῦ τιμὴν τῷ κεκτημένῳ καταβαλλέτω de staatskas moet de koopprijs voor hem (de slaaf) aan zijn bezitter betalen Plat. Lg. 932d.

Middle Liddell

fut. -βᾰλῶ aor2 κατέβᾰλον [epic 3rd sg. κάββαλε
I. to throw down, overthrow, Hom., etc.; κ. εἰς τὸ μηδέν to bring down to nothing, Hdt.
2. to strike down with a weapon, to slay, Il., Hdt., etc.
3. to throw or bring into a certain state, Eur., Plat.
4. to cast down or away, cast off, reject, Xen.
II. in milder sense, to let fall, drop down, Hom.; κ. ἱστία to lower sail, Theogn.; τὰς ὀφρῦς κ. Eur.
2. to lay down, set down, Lat. deponere, Il., Ar.
3. to bring or carry down, esp. to the sea-coast, Hdt.
4. to pay down, yield or bring in, Hdt.:— to pay down, pay, Thuc., etc.:—Mid. to cause to be deposited, Dem.
5. to put in, render, μαρτυρίαν Dem.
6. to throw down seed, sow, Dem.; κ. φάτιν, Lat. spargere voces, Hdt.
7. to lay down as a foundation, mostly in Mid., Eur.:—Pass., καταβεβλημένος laid down, ordinary, Arist.

Chinese

原文音譯:katab£llw 卡他-巴羅
詞類次數:動詞(3)
原文字根:向下-投 相當於: (נָפַל‎)
字義溯源:摔下去,推下去,放下,打倒,立;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(βάλλω / ἀμφιβάλλω)*=投,擲)組成。同源字: (βάλλω / ἀμφιβάλλω)拋 2) (καταβάλλω)摔下去 3) (καταβολή)堆積比較: (ῥίπτω)=拋擲
出現次數:總共(2);林後(1);來(1)
譯字彙編
1) 立(1) 來6:1;
2) 打倒了(1) 林後4:9