Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακτινοβολώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(-έω) (Α ἀκτινοβολῶ)
εκπέμπω ακτίνες, λάμπω, φωτίζω
νεοελλ.
λάμπω από ευτυχία και χαρά
αρχ.
δέχομαι τις ακτίνες του ήλιου, φωτίζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκτινοβόλος.
ΠΑΡ. νεοελλ. ακτινοβόλημα, ακτινοβόληση].