Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκπέμπω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

(AM ἐκπέμπω)
1. αποστέλλω, εξαποστέλλωεκπέμπω αποικία», «ἐκπέμπουσι συμπρεσβευτάς»)
2. αναδίδω και διασκορπίζω στον χώρο («εκπέμπω λάμψη», «ἐκπέμπω σέλας, πνεῡμα ὑγρόν, δυσοσμίαν κ.λπ.»)
νεοελλ.
1. απελευθερώνω ηλεκτρόνια τα οποία κινούνται ελεύθερα στον χώρο
2. μεταβιβάζω ήχο και εικόνα με τη βοήθεια ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
3. φρ. «εκπέμπω σήμα κινδύνου» — αποστέλλω με τον ασύρματο σήμα κινδύνου και ζητώ βοήθεια
μσν.
1. (για βέλη) εκτοξεύω
2. στέλνω κάποιον με κακό σκοπό
αρχ.
1. απομακρύνω κάποιον από κάπουὅπως Πρίαμον βασιλῆα νηῶν ἐκπέμψειε»)
2. καλώ, προσκαλώ έξω («σ' αὐλείων πυλῶν ἐξέπεμπον»)
3. (για πράγματα) στέλνω σε ξένη χώρα («ἐκπέμπεις κειμήλια πολλὰ καὶ ἐσθλά»)
4. (για εμπορεύματα) εξάγω («τὰ πλεονάζοντα τῶν γιγνομένων ἐκπέμψασθαι»).