Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακύρωση

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Α ἀκύρωσις)
αφαίρεση του κύρους, κατάργηση, αθέτηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκυρῶ (-ώνω).
ΠΑΡ. νεοελλ. ακυρώσιμος].