Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλύγιστος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που δεν λύγισε, ευθυτενής, ίσιος
2. αυτός που δεν μπορεί να λυγίσει, άκαμπτος, δύσκαμπτος
3. (για πρόσωπα) άτεγκτος, σκληρόκαρδος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερητ. + λυγιστός < λυγίζω.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλυγισιά].