Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άκαμπτος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄκαμπτος, -ον) καμπτός
1. εκείνος που δεν κάμπτεται, δεν λυγίζει ή δεν έχει λυγίσει
«ἄκαμπτος κλάδος»
2. μτφ. όποιος δεν υποχωρεί, ανένδοτος
«άκαμπτη αποφασιστικότητα»
«ἄκαμπτοι βουλαὶ» (Πίνδ. Πυθ. 4, 72)
3. μτφ. αυτός που δεν υποχωρεί σε καλοπιάσματα, κολακείες ή πιέσεις
«άκαμπτος δικαστής»
αρχ.
απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός
«... ἄκαμπτον,... ἀνόστητον χῶρον... ἐνέρων» (Αντίπατρος, Ανθ. Παλ. 7.467).