Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμαρτωλός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἁμαρτωλός, -όν)
1. αυτός που παραβαίνει τον ηθικό νόμο, τις θείες εντολές, που διαπράττει αμάρτημα ή αδίκημα
2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) με την ίδια σημασία
νεοελλ.
1. αυτός που ρέπει προς την αμαρτία
2. το θηλ. ως ουσ. η αμαρτωλή
ανήθικη γυναίκα, πόρνη
αρχ.
αυτός που σφάλλει, που γελιέται.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ουσ. ἁμαρτωλή, υποχωρητικά].