Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμαρτία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (Α ἁμαρτία)
1. παράβαση του θείου νόμου, τών εντολών της θρησκείας, αμάρτημα
2. παράνομη, αθέμιτη πράξη ή συμπεριφορά, παράπτωμα, αδίκημα
νεοελλ.
1. ευθύνη για κάποιο αμάρτημα
2. κακή σύμπτωση, ατυχία, κακοτυχία
3. σαρκικό αμάρτημα, συνουσία
4. ψυχική στενοχώρια, ταλαιπωρίες, βάσανα
5. το προπατορικό αμάρτημα
6. (μετων.) αμαρτωλός
7. φρ. «αυτός είναι παλιά αμαρτία», γέρασε μέσα στις αμαρτίες
«για τις αμαρτίες μου βρέθηκες μπροστά μου;», για να μέ βασανίζεις;
«είναι αμαρτία απ' τον Θεό», είναι κρίμα, είναι άδικο, δεν πρέπει να γίνει κάτι
«έχω αμαρτίες Κολοκοτρωνέικες», έχω μεγάλα και αλλεπάλληλα βάσανα
«παίρνω πάνω μου την αμαρτία», αναλαμβάνω την ευθύνη παράνομης πράξης άλλου
6. «πληρώνω αμαρτίες», τιμωρούμαι, ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, υποφέρω
7. «σιχαίνομαι κάποιον σαν τις αμαρτίες μου», δηλ. πάρα πολύ (για απεχθή πρόσωπα)
αρχ.
1. αστοχία, αποτυχία
2. σφάλμα, πλάνη
3. φρ. «ἁμαρτία δόξης», σφάλμα κρίσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἁμαρτάνω.