Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδίκημα

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

το (Α ἀδίκημα) ἀδικῶ
1. πράξη που αντίκειται προς το δίκαιο, εκούσια και σκόπιμη αδικοπραξία
νεοελλ.
1. παράβαση νόμου, αξιόποινη πράξη
2. πρόκληση βλάβης ή ζημίας
αρχ.
1. άδικη κρίση
2. πρόκληση ζημίας σε κάποιον
3. ό,τι αποκτήθηκε με αδικία.