Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδίκημα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το (Α ἀδίκημα) ἀδικῶ
1. πράξη που αντίκειται προς το δίκαιο, εκούσια και σκόπιμη αδικοπραξία
νεοελλ.
1. παράβαση νόμου, αξιόποινη πράξη
2. πρόκληση βλάβης ή ζημίας
αρχ.
1. άδικη κρίση
2. πρόκληση ζημίας σε κάποιον
3. ό,τι αποκτήθηκε με αδικία.