Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμερόληπτος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-η, -ο
αυτός που δεν μεροληπτεί, που δεν παίρνει το μέρος κανενός, δίκαιος, ευθύς.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερ. + μεροληπτώ.
ΠΑΡ. νεοελλ. αμεροληπτώ, αμεροληψία].