Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμετροβαθής

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-ές
αυτός που έχει άμετρο, ανυπολόγιστο βάθος, ο πολύ βαθύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άμετρος + -βαθής < βάθος.