Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαθύς

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: βᾰθύς Medium diacritics: βαθύς Low diacritics: βαθύς Capitals: ΒΑΘΥΣ
Transliteration A: bathýs Transliteration B: bathys Transliteration C: vathys Beta Code: baqu/s

English (LSJ)

βαθεῖα Ion. βαθέᾰ, βαθύ; fem.

   A βαθύς Call.Del.37, Eratosth. 8; gen. βαθέος, βαθείας Ion. βαθέης: dat. βαθέϊ, βαθείῃ Ion. βαθέῃ: Comp. βαθύτερος, poet. βαθίων [ῑ Att., ῐ Theoc.5.43], Dor. βάσσων (q. v.): Sup. βαθύτατος, poet. βάθιστος:—deep or high, acc. to one's position, Hom., etc.; βαθέης ἐξάλλεται αὐλῆς a court within a high fence, Il.5.142, cf. Od.9.239; ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης the deep, i.e. wide, shore, Il.2.92; τάφρος 7.341, al.; κρατήρ S.Fr.563; κύλικες Id. Aj.1200 (lyr.); βαθὺ πτῶμα a fall from a high rock, A.Supp.796; πλευρὰ βαθυτάτη (vulg. βαρυτάτη), of an athlete, Ar.V.1193; of a line of battle, βαθύτεραι φάλαγγες X.Lac.11.6, cf. HG2.4.34; β. τομή, πληγή, a deep cut, Plu.2.131a, Luc.Nigr.35.    2 deep or thick in substance, of a mist, ἠέρα βαθεῖαν Il.21.7, cf. Od.9.144; of sand, ἀμάθοιο βαθείης Il.5.587; ἐπὶ θῖνα βαθύν Theoc.22.32; of ploughed land, νειοῖο βαθείης Il.10.353; β. γῆ, opp. to stony ground, E.Andr.637, Thphr.CP1.18.1; of luxuriant growth, deep, thick, of woods, etc., βαθείης τάρφεσιν ὕλης Il.5.555; βαθείης ἐκ ξυλόχοιο 11.415; βαθὺ λήϊον 2.147, Thgn.107; τοῦ ληΐου τὸ… βαθύτατον Hdt.5.92.ζ; λειμών A.Pr.652; σῖτος X.HG3.2.17; χλόα E.Hipp.1139 (lyr.); χαίτη, τρίχες, πώγων, Semon.7.66, X.Cyn.4.8, Luc.Pisc.41.    b deep, of colour, PHolm.21.9: Comp., Ael.VH6.6, Lyd.Mag.2.13, πορφύριον -ύτερον PLond.3.899.4 (ii A. D.).    3 of quality, strong, violent, βαθείῃ λαίλαπι Il.11.306.    b generally, copious, abundant, β. κλᾶρος Pi.O.13.62; β. ἀνήρ a rich man, X.Oec.11.10; β. οἶκος Call. Cer.113; β. πλοῦτος Ael.VH3.18, Jul.Or.2.82b; β. χρέος deep debt, Pi.O.10(11).8; στεφάνων β. τέρψις S.Aj.1200 (lyr.); β. κλέος Pi.O. 7.53; κίνδυνος Id.P.4.207; β. ὕπνος deep sleep, Theoc.8.65, AP7.170, cf. Luc.DMar.2.3; εἰρήνη Id.Tox.36; σιωπή App.Mith.99, BC4.109 (Sup.).    4 of the mind, ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα τύψε β. in the depths of his soul, Il.19.125; but also, profound, φρήν Pi.N.4.8; φροντίς A. Supp.407; μέριμνα Pi.O.2.60; βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος A.Th.593; μουσικὴ πρᾶγμ' ἐστὶ β. Eup.336; βαθύτερα ἤθη more sedate natures, Pl.Lg.930a (but, more recondite, i.e. civilized, manners, Hdt.4.95): of persons, deep, wise, β. τῇ φύσει στρατηγός Posidipp. 27.4; ταῖς ψυχαῖς Plb.6.24.9; also, deep, crafty, Men.1001; ἦθος Ph. 2.468.    5 of time, β. ὄρθρος dim twilight, Ar.V.216, Pl.Cri. 43a, etc.; β. νύξ a late hour in the night, Luc.Asin.34; περὶ ἑσπέραν β. Plu.2.179e, cf. Paus.4.18.3; βαθὺ τῆς ἡλικίας Ar.Nu.514; β. γῆρας cj. in AP7.163 (Leon.), cf. Eun.VSp.457 B., al.; β. ὥρα ἔτους Charito 1.7.    II Adv. -έως Theoc.8.66; profoundly, Procl.in Prm.p.475 S.: Sup. βαθύτατα, γηρῶν Ael.VH2.36. (bṇqu/s, cf. βένθος.)

German (Pape)

[Seite 425] εῖα, ύ, tief, hoch, zunächst von der räumlichen Ausdehnung, von Hom. an überall; auch wie bei uns von der der Front entgegenstehenden Ausdehnung, φάλαγξ, eine tiefe Schlachtordnung, Xen. Hell. 2, 4, 24. 4, 2, 7; Pol. 1, 33 u. Folgde; ähnlich werden erkl. βαθέα ἄγκεα, Il. 20, 490, tief sich hinein erstreckende Thäler, auch αὐλή 5, 142; ἠιών 2, 92. Von tiefen Wnnden, πληγή Luc. Nigr. 35; τομή Plut. san. tu. p. 393. Uebertr., a) anknüpfend an ἄμαθος βαθεῖα, tiefer Sand, Il. 5, 587, drückt es alles Roichliche aus, dicht, dick; νειὸς βαθεῖα 10, 353, mit einer dicken Schicht Fruchterde, also fruchtbar; vgl. β. γῆ Eur. Andr. 637; χώρα Plut. Caes. 39; λήιον Il. 11, 560 u. öfter, wie Hes. Th. 107, was erklärt wird ὑψηλοὺς καὶ εὐτραφεῖς ἔχον στάχυας; ὕλη Il. 5, 555; λειμών Aesch. Prom. 665; χλόα Eur. Hipp. 1138; σῖτος ἐν τῷ πεδίῳ, hohes Getreide, Xen. Hell. 3, 2, 17; ποία Add. ep. 3 (VI, 228); τρίχες Xen. Cyn. 7, 8; πώγων Luc. Pisc. 41; κλῆρος, reich, Pind. Ol. 13, 60; ἄνδρες, reiche Leute, Xen. Oec. 11, 10; οἶκος Callim. Cer. 114; πλοῦτος Ael. V. H. 3, 18; Μίδεω βάθιον πλουτεῖν, reicher als Midas sein, Tyrt. 3, 6; βαθὺ χρέος, tiefe Schuld, Pind. Ol. 6, 3; κλέος, reicher, großer Ruhm, Pind. Ol. 7, 53; βαθὺ ἐσθλόν, tiefgegründetes Glück, 12, 12. – b) von Zeitbestimmungen, ὄρθρος, hoher Morgen, Plat. Crit. 43 a; Ar. Vesp. 216 u. Sp.; νύξ, tiefe Nacht, Luc. Asin. 34; ἑσπέρα Paus. 4, 18, 3; γῆρας, spätes Alter, Leon. Tar. 71 (VII, 163); vgl. Ar. Nub. 512 προήκων ἐς βαθὺ τῆς ἡλικίας. – c) auf den Geist übertr., klug, weise, ernst, wie unser Geistestiefe, φρήν Il. 19, 125; Pind. N. 4, 8; μέριμνα Ol. 2, 60; φροντίς, μηχανή. Aesch. Suppl. 402. 934; ἤθεα βαθύτερα Her. 4. 95, wie Plat. Legg. XI, 930 a, ernstere Sitten; βαθὺς τῇ φύσει στρατηγός Posidipp. Ath. IX, 377 (v. 59); so Sp., βαθεῖς ταῖς ψυχαῖς Pol. 6, 24; τὴν παιδείαν βαθύς Luc. Salt. 81; Suid. erkl. βαθύς durch πονηρός aus Men. – d) folgende Uebertragungen schließen sich auch mehr od. weniger ans Deutsche an: λαῖλαψ, heftiger Sturm, Il. 11, 306; ἀήρ, dicke Luft, Od. 9, 144; κίνδυνος Pind. P. 4, 207; τέρψις Soph. Ai. 1179; ἀνάπνευσις Plat. Tim. 92 a; ὕπνος Luc. D. mar. 2, 3; σιγή Tox. 36; εἰρήνη Posid. 18 (VII 170); χρόα, tiefdunkel, Ael. N. A. 3. 17. – Compar. βαθύτερος, p. auch βαθίων; bei Theocr. 5, 43 ist in βάθιον ι kurz; dor. βάσσων, Epicharm.; Superl. βαθ ύτατος u. p. βάθιστος. – Adv. βαθέως, z. B. κοιμᾶσθαι Theocr. 8, 66.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰθύς: εῖα (Ἰων. βαθέᾰ), ύ· θηλ. βαθὺς Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 384, Καλλ. εἰς Δῆλ. 37· γεν. βαθέος, είας (Ἰων. –έης): δοτ. βαθέϊ, -είῃ (Ἰων. –έῃ): -συγκρ. βαθύτερος, ποιητ. βαθίων (ῑ Ἀττ., ῐ Θεόκρ. 5. 43), Δωρ. βάσσων (ἃ ἴδε): -ὑπερθ. βαθύτατος, ποιητ. βάθιστος. (Ἐκ τῆς √ ΒΑΘ παράγονται καὶ τὰ βάθος, βένθος (πρβλ. πάθος, πένθος), βυθός, βυσσός, βῆσσα· πρβλ. Σανσκρ. gâh (λούομαι), gahanas (βαθύς), κτλ.· περὶ τῆς ἀντιστοιχίας ταύτης μεταξὺ τοῦ β καὶ γ ἴδε ἐν ἄρθρ. Β, β ΙΙ.). Βαθὺς ἢ ὑψηλὸς κατὰ τὴν θέσιν τοῦ θεωροῦντος, ὡς τὸ Λατ. altus, Ὅμ., κ.λ.· βαθέης ἐξάλλεται αὐλῆς, αὐλῆς εὑρισκομένης ἐν τῷ μέσῳ ὑψηλοῦ περιτειχίσματος, Ἰλ. Ε. 142, πρβλ. Ὀδ. Ι. 239· ἠιόνος προπάροιθε βαθείης, ἐκτεταμένης ἀκτῆς, Ἰλ. Β. 92· τάφρος Ἰλ. Η. 341 κ. ἀλλ.· κρατὴρ Σοφ. Ἀποσπ. 149· βαθὺ πτῶμα, πτῶσις ἐξ ὑψηλοῦ, Αἰσχύλ. Ἱκ. 796· πλευρὰ βαθυτάτη (κοινῶς βαρυτάτη) ἐπὶ ἀθλητοῦ, Ἀριστοφ. Σφηκ. 1193· παρὰ πεζοῖς ἐπὶ γραμμῆς στρατοῦ, β. φάλαγξ Ξεν. Λακ. 11, 6· β. τομή, πληγή, βαθεῖα, εἰς βάθους γινομένη, Πλούτ. 2. 231A, Λουκ. Νιγρ. 35· τὰ βαθέα τοῦ πόντου Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 13, 1· ἐν τοῖς βαθέσι ὁ αὐτ. Ἱ. Ζ. 6. 14, 11 (ἀλλαχοῦ γράφεται βάθεσι ἐκ τοῦ βάθος). 2) τὴν σύστασιν, πυκνός, ἐπὶ ὀμίχλης, ἠέρα βαθεῖαν Ἰλ. Φ. 7, πρβλ. Ὀδ. Ι. 144· ἐπὶ ἄμμου, ἀμάθοιο βαθείης Ἰλ. Ε. 587· ἐπὶ ἠροτριωμένης γῆς, νειοῖο βαθείης Κ. 353· β. γῆ, ἐναντίον πρὸς τὸ πετρῶδες ἔδαφος, Εὐρ. Ἀνδρ. 657, Θεοφρ. Αἰτ. Φ. 1. 18, 1· πρβλ.

French (Bailly abrégé)

εῖα, ύ;
1 profond, creux : βαθὺ πτῶμα ESCHL chute profonde, càd d’un rocher élevé;
2 qui s’étend en profondeur, càd sur un espace allongé : βαθεῖα φάλαγξ XÉN ligne de bataille profonde;
3 qui s’étend en épaisseur, épais, profond : ἀὴρ βαθύς vapeur ou nuée épaisse ; βαθεῖα λαῖλαψ IL épais tourbillon d’orage ; ἄμαθος βαθεῖα IL sable épais ou profond ; γῆ βαθεῖα EUR terre épaisse, sol riche ; βαθὺ λήϊον IL moisson abondante ; λειμὼν βαθύς ESCHL prairie luxuriante ; fig. βαθύς πλοῦτος ÉL fortune opulente ; φρὴν βαθεῖα IL, ESCHL esprit profond, càd grave, réfléchi (p. opp. à superficiel, léger, etc.) ; βαθέα ἤθεα HDT caractère profond, càd grave, réfléchi;
4 en parl. de couleur sombre;
5 en parl. de la durée qui est au fond, càd à l’extrémité ou dans son plein : βαθὺς ὄρθρος PLAT point du jour extrême, càd tout à fait le point du jour;
Cp. βαθύτερος, poét. βαθίων ; Sp. βαθύτατος, poét. βάθιστος.
Étymologie: R. Βαθ, être profond ; cf. βάθος.

English (Autenrieth)

εῖα, ύ, gen. βαθείης and βαθέης, acc. βαθεῖαν and βαθέην, sup. βάθιστος: deep; αὐλή, deep as regards its high environments, Il. 5.142, Od. 9.239; similarly ἠιών, or, as others interpret, ‘deep-bayed,’ Il. 2.92; naturally w. Τάρταρος, λήιον, ὕλη, ἆήρ, λαῖλαψ, etc.; met., τὸν δ' ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα τύψε βαθεῖαν, ‘in the depths’ of his heart, altamente, Il. 19.125.

English (Slater)

βᾰθῠς (-ύν: -εῖα, -είας, -εῖαν: -ύ nom., acc.)
   1 lit., deep ἐς βαθεῖαν πόντου πλάκα (P. 1.24) βαθὺν πόντον περάσαις (P. 3.76) ἁλὸς βαθεῖαν κέλευθον ἀνοίγων (βαθείας Bergk e Σ.) (P. 5.88) ἔμπα, καἴπερ ἔχει βαθεῖα ποντιὰς ἅλμα μέσσον, ἀντίτειν' ἐπιβουλίᾳ (N. 4.36) “ἐς τὸν βαθὺν Τάρταρον (Pae. 4.44)
   2 met.
   a profound βαθεῖαν ὑπέχων μέριμναν ἀγροτέραν (O. 2.54) ἦν δὲ κλέος βαθύ pr. (O. 7.52) ὁ μέλλων χρόνος ἐμὸν καταίσχυνε βαθὺ χρέος (O. 10.8) βαθὺν εἰς ὀχετὸν ἄτας (O. 10.37) ἐσλὸν βαθὺ πήματος ἐν μικρῷ πεδάμειψαν χρόνῳ (O. 12.12) ἐς δὲ κίνδυνον βαθὺν (P. 4.207) ὅ τι κε σὺν Χαρίτων τύχᾳ γλῶσσα φρενὸς ἐξέλοι βαθείας i. e. from the depths of his soul (N. 4.8)
   b rich τοῖσι μὲν ἐξεύχετ' ἐν ἄστει Πειράνας σφετέρου πατρὸς ἀρχάν καὶ βαθὺν κλᾶρον ἔμμεν (O. 13.62) ὅστις ἄνευθ' Ἑλικωνιάδων βαθεῖαν ἐρευνᾷ σοφίας ὁδόν Πα. 7B. 20.
   3 n. sing., pro adv. ἅτε γὰρ ἐννάλιον πόνον ἐχοίσας βαθὺ σκευᾶς ἑτέρας (codd.: βαθὺν Bergk: βυθοῖ Wil.: in the depths ) (P. 2.79)
   4 frag. β]αθὺν δὲ δινῃ[ (supp. Lobel) fr. 51f.
   c

Spanish (DGE)

(βᾰθύς) -εῖα, -ύ

• Alolema(s): fem. -είη Il.10.353; -έα Il.5.142, Hdt.7.23

• Morfología: [tal vez -θύς, -θύ c. dos terminaciones h.Cer.383, Call.Del.37, Eratosth.8; dat. plu. fem. -είῃσιν Il.21.239; compar. dór. βάσσων Epich.203, neutr. βάθιον Theoc.5.43, cf. EM 191.8; sup. βάθιστος Il.8.14, βαθύτατος Hdt.5.92.]
A Ihondo, profundo
a) del agua εἰς ἅλα ἆλτο βαθεῖαν Il.1.532, cf. 13.44, Stesich.8.1S., B.17.62, πόντος Hes.Op.635 (var.), Archil.163.1, Thgn.10, 511, ἐς βαθεῖαν ... πόντου πλάκα Pi.P.1.24, ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν Il.21.239, cf. Od.6.116, ἁλὸς ῥηγμῖνα βαθεῖαν τύπτετε Od.12.214, ἄχναν ... βαθεῖαν παριόντος κύματος Simon.38.14, ὕδωρ Democr.B 172, ποταμός Plb.16.17.7, φρέαρ Pythag.Ep.2.3, Eu.Io.4.11, Διρκαῖος ... πόρος E.Ph.730, cf. Tim.15.112, Lyc.983;
b) de excavaciones, abismos τάφρος Il.7.341, 440, 8.336, κάπετος Il.15.356, X.Cyr.7.5.9, Call.l.c., Plb.1.42.7, Aen.Tact.37.1, διῶρυξ Hdt.1.75, Τάρταρος Il.8.481, Pi.Fr.52d.44, βέρεθρον Il.8.14, βαθέ' ἄγκεα profundos barrancos, Il.20.490, χάραδρα X.An.5.2.3, Plb.10.30.2, κρημνοί Plb.5.8.1, τόποι Pl.Phd.111c, ἄντρον Ar.Pax 223, βαθύ πτῶμα caída al abismo A.Supp.796;
c) de cortes, hendiduras ἄλοκα τραύματος E.Rh.796, τμῆμα Pl.Grg.476c, τομή Plu.2.131a, πληγή Luc.Nigr.35
fig. βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος A.Th.593
en la frente de los perros διακρίσεις X.Cyn.4.1;
d) de recipientes hondo, ahondado κύλικες S.Ai.1199, cf. BGU 781.2.10 (I d.C.);
e) neutr. como adv. μὴ βάθιον ... ταφείης (sent. obsc.) Theoc.5.43
subst. τὰ βαθέα las profundidades del mar, Arist.Mete.351a12, HA 592a27, τὰ βαθέα τοῦ Σατανᾶ los abismos de Satanás, Apoc.2.24.
2 fisiológico y psicológico o intelectual profundo, hondo τὸν δ' ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα τύψε βαθεῖαν dolor agudo le golpeó en lo mas hondo, Il.19.125, βαθείῃ σῇ φρενὶ βουλεύσας reflexionas en lo mas profundo de tu mente Thgn.1051, cf. Pi.N.4.8, Hp.Ep.17, μέριμνα Pi.O.2.54, φροντίς A.Supp.407
del sueño, el silencio ὕπνος Theoc.8.65, Arist.Pr.876a24, LXX Si.22.9, AP 7.177 (Phaenn.), Luc.DMar.2.3, I.AI 5.148, Gal.17(2).176, ἐν τῷ βαθυτάτῳ τῆς ἡσυχίας Epicur. en Plu.2.778c, σιωπή App.Mith.99, BC 4.109, de la muerte AP 7.170
del intelecto y el aprendizaje λόγος Heraclit.B 45, Aristeas 143, θεωρία D.H.Comp.20 (p.88), βαθεῖαν ... σοφίας ὁδόν Pi.Fr.52h.20, μουσικὴ πρᾶγμ' ἐστὶ βαθύ Eup.366, παιδεία Luc.Salt.81
del lenguaje profundo, original Epiph.Const.Haer.26.1.
II 1ahincado, afincado βαθέης ἐξάλλεται αὐλῆς salta fuera (el león) desde el afincado redil, Il.4.142, cf. Od.9.239.
2 que llega hondo, que forma una capa gruesa, abundoso βαθεῖα δὲ κάππεσε τέφρη debajo habían caído abundantes cenizas, Il.23.251, τύχε γάρ ῥ' ἀμάθοιο βαθείης Il.5.587, de la tierra de labor νειοῖο βαθείης Il.10.353, 18.547, gener. γῆ E.Andr.637, Thphr.CP 1.18.1, σάρξ en ciertas zonas de la cabeza, Hp.VC 2, ὁ κηρός του ἐν τῇ ψυχῇ Pl.Tht.194c, cf. Plot.4.4.13.
3 fig. firme, asentado, sólido κλέος Pi.O.7.52, por su riqueza κλᾶρος Pi.O.13.62, οἶκος Call.Cer.113, cf. Philostr.VS 496, 610, πλοῦτος Ael.VH 3.18, Philostr.VS 540, Amph.Seleuc.222, Iul.Or.3.82b, εἰρήνη LXX 4Ma.3.20, 1Ep.Clem.2.2, Luc.Tox.36, Origenes Io.6.1
en sent. peyor. profundo, hasta el fondo, hasta el final φθόρος B.15.61, cf. Pi.O.10.37, κίνδυνος Pi.P.4.207, χρέος Pi.O.10.8, βριμώσεις Phld.Ir.fr.8.9, λιμός Luc.Phal.28, φενάκη Luc.DMeretr.11.3, cf. Men.Fr.830
de pers. y su carácter arraigado, firme, inconmovible ἤθεα Hdt.4.95, Pl.Lg.930a, Ph.2.468, βαθεῖς τε καὶ ἐρρωμένους ἄνδρας X.Oec.11.10, c. dat. de rel. βαθεῖς ταῖς ψυχαῖς Plb.6.24.9, 21.7.5, βαθὺς τῇ φύσει στρατηγός Posidipp.29.4, cf. Eus.DE 3.5.77.
B c. ref. horizontal
I 1de mucho fondo, que se adentra, pronunciado, sinuoso βαθὺν κατὰ κόλπον Il.2.560, A.R.4.290, ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης ἐστιχόωντο Il.2.92, ἐκβάντε δ' ἐπὶ θῖνα βαθύν Theoc.22.32, cf. Lyc.192.
2 de mucho fondo, alargado, amplio πλευρά Ar.V.1193, X.Eq.1.12, φύλλον μικρὸν βαθύτερον una hoja un poco más alargada Plb.12.2.2
geog. αὐτῆς (Εὐρώπης) τὸ μὲν ... βαθύτερον μέρος Plb.3.37.8.
3 milit. dispuesto o construido en profundidad (πόλις) πύργων βαθείᾳ μηχανῇ κεκλῃμένη (ciudad) encerrada en la gruesa fábrica de sus muros A.Supp.956, φάλαγγες X.Lac.11.6, HG 2.4.34, cf. Plb.1.33.10.
II 1profundo, espeso, denso
a) del bosque y maleza βαθείης ἐκ ξυλόχοιο (sale la fiera) de lo más profundo de la maleza, Il.11.415, 21.573, ὕλη Il.16.766, 20.491, βαθείης τάρφεσιν ὕλης en la maleza del bosque denso, Il.5.555, βαθείης βένθεσιν ὕλης Od.17.316;
b) de la niebla y accidentes atmosféricos denso, cerrado ἠέρα τύψε βαθεῖαν Il.20.446, cf. 21.7, h.Cer.383, ἀὴρ γὰρ περὶ νηυσὶ βαθεῖ' ἦν Od.9.144, βαθ[ὺν ἀ] έρα τάμνων Ibyc.223(a).7S., cf. Q.S.6.645
del huracán λαῖψαν Il.11.306, del éter, B.3.85, 5.16, E.Fr.978.3;
c) de la mies, hierba, etc. apretado, espeso λήϊον Il.2.147, 11.560, Od.9.134, Hes.Sc.288, Thgn.107, λειμών A.Pr.652, ποίη Hdt.4.53, χλοή E.Hipp.1139;
d) del pelo denso, crecido χαίτη Semon.8.66, πώγων Luc.Pisc.41, (τρίχες) ὀρθαί, βαθεῖαι de perros y anim., X.Cyn.4.8, Arist.HA 518b32.
2 del color intenso πορφύριον PLond.899.4 (II d.C.), cf. PHolm.117, Ael.VH 6.6, Lyd.Mag.2.13.
3 de la respiración de los seres acuáticos pesada, densa θολερὰ καὶ βαθεῖα ... ἀνάπνευσις op. λεπτὴ καὶ καθαρά la de los que viven del aire, Pl.Ti.92b.
C c. ref. temporal avanzado ὄρθρος Ar.V.216, Pl.Cri.43a, ἑσπέρα Luc.Gall.8, PLips.40.2.10 (IV d.C.), cf. Charito 1.7.6, Plu.2.179e, Eu.Luc.24.1, Paus.4.18.3, γῆρας AP 7.163 (Leon.), Philostr.VS 515, 578, Eun.VS 457, Synes.Ep.9 (p.29), subst. εἰς βαθὺ τῆς ἡλικίας Ar.Nu.514, neutr. plu. como adv. βαθύτατα γηρῶν Ael.VH 2.36.
D adv. -έως
1 profundamente κατορύξας β. Hp.Fract.13
fig. κοιμᾶσθαι Theoc.8.66, cf. Plu.Cat.Mi.27, 2.800f, Gal.17(2).176, Procl.in Prm.622
del significado de la Sagrada Escritura, Epiph.Const.Haer.77.36.
2 asentadamente, tranquilamente ἤνεγκας Iul.Ep.30 (cód.).

• Etimología: Etim. dud. Las formas βαθύς y βένθος tendrían el vocalismo antiguo (*--/*-em-), mientras que βάθος sería secundario. Algunos lo rel. c. βάπτω de *gm̥bh-/*gembh- ‘profundo’ c. disim. de oclusiva. Cf. c. otro vocalismo anord. kvefja ‘hundirse en el agua’.

English (Abbott-Smith)

βαθύς (gen. -έως, vernac., Lk, l.c.; Bl., §8, 5), -εῖα, -ύ, [in LXX chiefly for עמק;]
deep; Jo 4:11; metaph., ὄρθρου βαθέως (v. supr.), early dawn, Lk 24:1; ὕπνος, Ac 20:9; τὰ β. τοῦ Σατανᾶ, Re 2:24.†

English (Strong)

from the base of βάσις; profound (as going down), literally or figuratively: deep, very early.

Greek Monolingual

βαθιά, βαθύ (AM βαθύς, εῑα, -ύ). Ι. 1. αυτός που έχει βάθος ή βρίσκεται σε βαθύτερο σημείο σχετικά με άλλα αντικείμενα («βαθύ πηγάδι», «βαθεία τάφρος»)
2. εκείνος που φθάνει βαθιά, που προχωρεί σε βάθοςβαθιά ρίζα, βαθιά πληγή», «βαθεία πληγή», «βαθεία τομή»)
3. (για τη νύχτα) προχωρημένη, στις μικρές ώρες («νύχτα βαθιά», «βαθεῑα νύξ»)
4. (για το χρονικό διάστημα πριν από την αυγή) σκοτεινός ακόμηβαθιά χαράματα», «ὄρθρος βαθύς»)
5. με μεγάλο μήκος ή πλάτοςβαθιά σπηλιά», «σπήλαιον βαθύ», «βαθεῑαι φάλαγγες»)
6. (για χρώμα) σκούρος, σκοτεινός, σκιερός («βαθύ πράσινο», «πορφύριον βαθύτερον»)
7. πυκνός, δασύςβαθύς λόγγος», «λειμών βαθύς», «πώγων βαθύς»)
8. (για την ηλικία) προχωρημένος, περασμένοςβαθιά γεράματα», «βαθύ γήρας»)
9. (για τον ύπνο) βαρύς, ληθαργικόςβαθύς ύπνος»)
10. (για κατάσταση) πλήρης, απόλυτοςβαθιά σιγή», «βαθεῑα σιωπή», «βαθεῑα εἰρήνη»)
11. συνετός, εμβριθήςβαθιά ανάλυση», «βαθιά λόγια», «βαθεῑα φρήν», «βαθύς μελετητής», «βαθύς τῃ φύσει στρατηγός»)
12. κρυψίνους, πονηρός
νεοελλ.
1. δυσνόητοςβαθιά Ελληνικά» — δυσνόητη αρχαΐζουσα)
2. αυτός που ακούγεται από μακριάβαθιά φωνή», «βαθύ βογγητό»)
3. μαλακός, αναπαυτικόςβαθύς καναπές»)
4. το ουδ. ως ουσ. το βαθύ
ο γκρεμός (παροιμ., «μπρός βαθύ και πίσω ρέμα» — αδιέξοδο ανάμεσα σε δύο κακά)
αρχ.
1. υψηλός («βαθέης ἐξάλλεται αὐλῆς» — από τον ψηλό φράχτη της αυλής)
2. ισχυρός, δυνατός («βαθέῃ λαίλαπι»)
3. (για έδαφος) παχύς, εύφορος
4. πλούσιος, άφθονος («βαθὺς ἀνήρ», «βαθύς οἴκος», «βαθύς πλοῦτος». ΙΙ. επίρρ. βαθιά (AM βαθέως)
σε βάθος ή από το βάθος
μσν.- νεοελλ.
από μακριά
νεοελλ.
1. στο βάθος ή από το βάθος της ψυχής
2. (για λογισμό) έντονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, τα βαθύς, βένθος ανήκουν στην ίδια ετυμολογική ομάδα, όπου το βένθος αποτελεί την απαθή βαθμίδα, το δε βαθύς τη συνεσταλμένη (βηθ-). Αν όμως δεχθούμε ότι το βένθος είναι αναλογικός σχηματισμός κατά το πένθος, τότε το βαθύς πιθ. προέρχεται από την ασθενή βαθμίδα του βήσσα. Κατ' άλλη υπόθεση, το βαθύς συνδέεται με ρίζα gwmbh (πρβλ. βάπτω, αρχ. σκανδ. kvefja «βουτώ κάποιον στο νερό, πνίγω», βόθρος, βόθυνος), ήτοι gwmbh--u < βαφύς < βαθύς, με ανομοίωση του -φ- σε -θ-. Το επίθ. βαθύς απαντά σ' όλη τη διάρκεια της ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο και την Κοινή, χρησιμοποιείται δε συνήθως για τάφρο, όχθη, βάραθρο, περίβολο, δάσος ή βλάστηση, ενώ πολυάριθμες είναι οι μεταφορικές χρήσεις της λ. κυρίως με την έννοια της δύναμης και της αφθονίας. Στον Όμηρο και τον Πίνδαρο το βαθύς χαρακτηρίζει τον νου, την ευφυΐα, στην Ιλιάδα είναι επίθ. της λαίλαπος, ενώ στον Ξενοφώντα επίθ. προσώπου «βαθύς ἀνήρ»). Τέλος, κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, το βαθύς προσδιορίζει την εμβρίθεια και σταθερότητα του χαρακτήρα, σε αντίθεση με την έννοια της ελαφρότητας (Πολύβιος, Κικέρων).
ΠΑΡ. βαθύτητα (-ύτης), βαθύνω (-αίνω)
νεοελλ.
βαθουλός.
ΣΥΝΘ. βλ. βαθύ-].

Greek Monotonic

βᾰθύς: βαθεῖα (Ιων. βαθέᾰ) βαθύ· γεν. βαθέος, βαθείας (Ιων. βαθέης)· δοτ. βαθέϊ, βαθείῃ (Ιων. βαθέῃ)· συγκρ. βαθύτερος, ποιητ. βαθίων [ῑ], Δωρ. βάσσων· υπερθ. βαθύτατος, ποιητ. βάθιστος·
I. ως επίθ.,
1. βαθύς ή ψηλός, σύμφωνα με τη θέση από την οποία βλέπει κανείς, όπως το Λατ. altus· βαθέης αὐλῆς, από αυλή που περιτριγυρίζεται από υψηλό φράχτη, σε Ομήρ. Ιλ.· ἠιόνος προπάροιθε βαθείης, ἡ βαθιά, δηλ. πλατιά, εκτεταμένη ακτή, στο ίδ.· στον πεζό λόγο, χρησιμ. για να περιγράψει τη γραμμή του στρατού, σε Ξεν.
2. βαθύς ως προς τη σύσταση, πυκνός, λέγεται για ομίχλη, σε Όμηρ.· χρησιμοποιείται για οργωμένο έδαφος, αντίθ. προς το βραχώδες έδαφος, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ.· λέγεται για αυτόν που έχει πυκνή, άφθονη, βαθιά βλάστηση, χρησιμοποιείται για δάση, σιτηρά, σύννεφα, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.α.· με αυτή τη σημασία λέγεται και για τα μαλλιά, σε Ξεν.
3. βίαιος, ισχυρός, σφοδρός, χρησιμοποιείται για καταιγίδα, σε Ομήρ. Ιλ.
4. γενικά, μεγάλος, άφθονος, πληθωρικός· βαθὺ κλέος, βαθὺς κλῆρος, σε Πίνδ.· βαθεῖα τέρψις, σε Σοφ.· βαθὺς ἀνήρ, ένας πλούσιος άνδρας, σε Ξεν.· βαθὺς ὕπνος, ύπνος που εκτείνεται σε βάθος και σε διάρκεια, σε Θεόκρ.
5. λέγεται για τη διάνοια, βαθυστόχαστος, συνετός, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.· βαθύτερα ἤθεα, σε Ηρόδ.
6. βαθύς ως προς το χρόνο, αυτός που βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία, καθυστερημένος· βαθὺς ὄρθρος (βλ. ὄρθροςβαθὺ τῆς ἡλικίας, σε Αριστοφ.· βαθὺ γῆρας, σε Ανθ.·
II. ως επίρρ., βαθέως, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

βᾰθύς: εῖα (эп.-ион. βαθέη, βαθέα и βαθείη), ύ
1) глубокий (τάφρος, ἅλς Hom.; τομή Plut.; πληγή Luc.); глубокий, т. е. образующий высокие кучи (ἄμαθος Hom.; τέφραι Plut.): β. πτῶμα Aesch. падение с большой высоты;
2) обнесенный высоким забором (αὐλή Hom.);
3) глубоко вдающийся, образующий глубокую бухту (ἠϊών Hom.),;
4) вытянутый в глубину (φάλαγξ Xen.);
5) плотный, густой (ἀήρ Hom.);
6) густой, обильный (λήϊον Hom.; τρίχες, σῖτος ἐν τῷ πεδίῳ Xen.; πώγων Luc.);
7) покрытый толстым слоем почвы, т. е. плодородный, тучный (γῆ Eur.; χώρα Plut.);
8) богатый (κλῆρος Pind.; ἄνδρες Xen.);
9) сильный, великий (λαῖλαψ Hom.; κίνδυνος Pind.; τέρψις Soph.);
10) глубокий, крепкий (ὕπνος Luc.);
11) глубокий, т. е. нерушимый (σιγή Luc.; εἰρήνη Anth.);
12) глубокий, т. е. поздний, глухой (νύξ Luc.) или ранний, чуть брезжущий (ὄρθρος Plat.): βαθὺ γῆρας Anth. глубокая старость;
13) глубокий, сознательный, серьезный (φρήν Hom., Pind., Aesch.; ἤθεα Her.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: deep, high, met. rich etc. (Il.).
Compounds: Many compounds with βαθυ-: -κολπος, λειμος (Hom.).
Derivatives: Comp. and sup. βαθύτερος, -τατος, rarely βάθιον, βάσσον, βάθιστος (Seiler Steigerungsformen 52). Factitive verb βαθύνω (Il.), intr. go down, sink (Ph.). On Βαθύλος, -υλλος s. Leumann Glotta 32, 218. - Beside βένθοςdepth (Il.); βάθος id. Ion.-Att.
Origin: IE [Indo-European]X [probably]
Etymology: Belongs to βένθος, but there are no further etym. connections; only -en- : -n̥- can be reconstructed, which seems IE. βένθος not analogical (after πένθος!, Schwyzer RhM 81, 201, Risch 125f.; rejected by Seiler l. c.). Not to βάπτω (and βόθρος) with Szemerényi, Glotta 38 (1960) 211-216. So not to βῆσσα, βάσσος, βυθός.

Middle Liddell


I. deep or high, acc. to one's position, like Lat. altus, Hom., etc.; βαθέης αὐλῆς from high-fenced court, Il.; ἠιόνος προπάροιθε βαθείης the deep, i. e. wide, shore, Il.; in Prose, of a line of battle, Xen.
2. deep or thick in substance, of a mist, Hom.; of ploughed land, opp. to stony ground, Il., Eur.:— deep, thick, of woods, corn, clouds, Il., Hdt., etc.; of hair, Xen.
3. violent, of a storm, Il.
4. generally, large, copious, abundant, κλέος, κλῆρος Pind.; βαθεῖα τέρψις Soph.; βαθὺς ἀνήρ a rich man, Xen.; β. ὕπνος deep sleep, Theocr.
5. of the mind, deep, Il., Aesch.; βαθύτερα ἤθεα Hdt.
6. of Time, far-advanced, late, βαθὺς ὄρθρος (v. ὄρθρος); βαθὺ τῆς ἡλικίας Ar.; β. γῆρας Anth.
II. adv. βαθέως, Theocr.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βαθύς -εῖα -ύ, Ion. nom. f. sing. βαθέα en βαθείη, gen. βαθέης, dat. βαθέῃ, acc. βαθέαν en βαθέην, adv. comp. βάθιον, poët. adv. superl. βάθιστον ; diep
1. diep (verticaal):; βαθὺς... Τάρταρος de diepe Tartarus Il. 8.481; εἰς ἅλα ἆλτο βαθεῖαν ze sprong in de diepe zee Il. 1.532; vandaar diepgelegen, laag:; βαθέης ἐξάλλεται αὐλῆς (de leeuw) springt uit de diepe hof (d.w.z. met hoge omheining) Il. 5.142; overdr. van iets waarin je wegzinkt ; βαθὺς ὕπνος diepe slaap Theocr. Id. 8.65; ἐς βαθὺν ἅλατ ’ ἔρωτα ze stortte zich in diepe liefde Theocr. Id. 3.42; diep van binnen. τὸν... ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα τύψε βαθεῖαν de scherpe pijn raakte hem (Zeus) diep in zijn gemoed Il. 19.125.
2. diep, zich ver uitstrekkend (horizontaal):; ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης voor de ver dóórlopende kust (d.w.z. vanuit het land gezien zich ver uitstrekkend naar de zee; mogelijk ook ‘laag’ (zie 1.)) Il. 2.92; βαθεῖαν φάλαγγα de diepe falanx (vele rijen dik) Xen. Cyr. 6.3.22; van een bolwerk :. πόλιν πύργων βαθείαι μηχανῆι κεκλῃμένην een stad afgesloten door middel van diepe versterkingen Aeschl. Suppl. 956; πλευρὰν βαθυτάτην een heel diepe flank (d.w.z. een erg grote (lichaams)omvang) Aristoph. Ve. 1193.
3. diep, dicht, dik, vol (van consistentie, dichtheid)
4. van vegetatie hoog, dicht:; βαθὺ λήϊον het dichte gewas Il. 2.147; βαθεῖα... ὕλη het diepe woud Il. 20.491; πρὸς Λέρνης βαθὺν λειμῶνα naar de volle weide van Lerna Aeschl. PV 652; ook van aarde weelderig, vruchtbaar :. πολλάκις... ξηρὰ βαθεῖαν γῆν ἐνίκησε σπορᾷ dikwijls heeft droge (grond) volle aarde overtroffen in opbrengst (d.w.z. een bastaard is soms beter dan een echt kind) Eur. Andr. 637.
5. van haar of baard dicht, vol :. πώγωνα βαθύν een volle baard Luc. 28.41.
6. van wolken en nevel dicht, dik:; ἀὴρ... βαθεῖ ’ ἦν de mist was dicht Od. 9.144; van wind. νέφεα Ζέφυρος... βαθείῃ λαίλαπι τύπτων terwijl de westenwind een wolk met een volle windvlaag treft Il. 11.306.
7. ook van andere zaken :. βαθεῖα... κάππεσε τέφρη de as was in een dikke laag neergevallen Il. 23.251; βαθυτέρην τὴν σάρκα ἔχουσιν ze hebben dikker vlees Hp. Vict. 48.7.
8. overdr. van de geest diep(gaand):; δεῖ... βαθείας φροντίδος er is behoefte aan diep nadenken Aeschl. Suppl. 407; οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει (de grenzen van de ziel zou je niet kunnen vinden:) zo’n diepe inhoud heeft hij Heraclit. B 45; van lessen ; τῶν... βαθυτέρων διδασκαλιῶν... μετασχεῖν aan de meer diepzinnige lessen deelnemen Plut. Alex. 7.5; uitbr.. ἐπιστάμενον... ἤθεα βαθύτερα ἢ κατὰ Θρῄκας omdat hij diepgaandere (d.w.z. beschaafdere) manieren kende dan bij de Thraciërs gebruikelijk was Hdt. 4.95.
9. met uitdrukkingen van tijd diep, d.w.z. aan het begin of eind van een periode. νῦν... ὄρθρος βαθύς het is nu heel vroeg in de ochtend Aristoph. Ve. 216bis; προήκων εἰς βαθὺ τῆς ἡλικίας vergevorderd in leeftijd Aristoph. Nub. 514; ἦν νὺξ βαθεῖα het was diep in de nacht Luc. 39.34.
10.
11.

Frisk Etymology German

βαθύς: {bathús}
Meaning: tief, hoch, übertr. reichlich (seit Il.).
Composita : Komp. und Sup. βαθύτερος, -τατος; vereinzelt βάθιον, βάσσον, βάθιστος (Seiler Steigerungsformen 52).
Derivative: Davon βαθύτης Tiefe (Phld., Luk. u. a.). Faktitives Verb βαθύνω vertiefen, aushöhlen (seit Il.); itr. in die Tiefe gehen, sinken (Ph. u. a.); davon βάθυσμα Vertiefung (Thphr.). Zu Βαθύλος, -υλλος s. Leumann Glotta 32, 218. — Neben βαθύς stehen βένθος n. Tiefe (poet. seit Il.) und das geläufigere, aber später auftretende βάθος n. (ion. att.), auch als ethischer Begriff, s. Zucker Philol. 93, 31ff.
Etymology : Die etymologische Einreihung von βαθύς hängt von der Beurteilung des hochstufigen βένθος ab. Wenn man diese Form als eine analogische Neuerung ansieht (nach πένθος, Schwyzer RhM 81, 201 mit Thurneysen, Risch 125f.; dagegen Seiler l. c.), kann βαθύς die Tiefstufe von βῆσσα (s. d.) enthalten. Andernfalls bleibt es ohne Anknüpfung. S. auch βάσσος und βυθός.
Page 1,208

Chinese

原文音譯:baqÚj, baqšoj 巴替士,巴替哦士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:深
字義溯源:極深的,深奧事,深,沉,黎,黎明;源自(βάσις)=腳步);而 (βάσις)出自(βαθύς)X*=行走)。註:聖經文庫將 (βαθύς)和 (βαθύς)合併為一個編號
出現次數:總共(3);約(1);徒(1);啓(1)
譯字彙編
1) 深奧事(1) 啓2:24;
2) 沉(1) 徒20:9;
3) 深(1) 約4:11