Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμφιγενής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ἀμφιγενής, -ὲς (Μ)
αυτός που έχει αμφίβολο ή διπλό γένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι- + -γενὴς < γένος].