Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανεμοκοίτης

From LSJ

Λυπεῖ με δοῦλος δεσπότου μεῖζον φρονῶν → Servus molestu'st supra herum sese efferens → Ein Ärgernis: ein Sklave stolzer als sein Herr

Menander, Monostichoi, 323

Greek Monolingual

ἀνεμοκοίτης, ο (Μ)
ο μάγος που καταπαύει, κατακοιμίζει τους ανέμους.