Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντικοινωνικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. ο αντίθετος προς την κοινωνία και τους κοινωνικούς θεσμούς
2. αυτός που παραβιάζει την κοινωνική ησυχία και τάξη
3. ακοινώνητος, ασυγχρώτιστος με τους άλλους ανθρώπους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντι- + κοινωνικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1819 στον Αδαμάντιο Κοραή (πρβλ. αγγλ. antisocial
γαλλ. antisocial
γερμ. Asozial)].