Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοινωνικός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κοινωνικός Medium diacritics: κοινωνικός Low diacritics: κοινωνικός Capitals: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ
Transliteration A: koinōnikós Transliteration B: koinōnikos Transliteration C: koinonikos Beta Code: koinwniko/s

English (LSJ)

ή, όν, A held in common, τὰ κ. property held by corporations, D.14.16, cf. BCH50.16 (Delph., iv B.C., prob.); κ. ἐλαιών BGU1037.14(i A.D.), cf. PGiss.30.7 (ii A.D.). b relating to partnerships, (δίκαι) Arist. Ath.52.2. c κοινωνικά, τά, tax on corporations, PTeb.5.59 (ii B.C.), 100.10 (ii B.C.). 2 social, ἰσότης κοινωνική [ἡ δικαιοσύνη] Pl.Def. 411e; κ. ἀρετή Arist.Pol.1283a38; (φιλίαι) Id.EN1161b14. 3 sociable, κ. καὶ φιλικὴ διάθεσις Plb.2.44.1, cf. Plu.2.43d; φύσει ἐσμὲν κ. Epicur. Fr.525, cf. Arr.Epict.3.13.5: Sup., τὸν ἄνθρωπον ἡ φύσις κατεσκεύασε -ώτατον Ph.Fr.71 H.; τὸ -κόν sociability, J.BJ2.8.3. b of certain signs of the zodiac, Cat.Cod.Astr.1.166. 4 giving a share of, τῶν ὄντων Luc.Tim.56: abs., κ. ὁ Ἑρμῆς ready to share luck with others, prov. in Arist.Rh.1401a20; liberal, 1 Ep.Ti.6.18, Ptol.Tetr.69; opp. φθονερός, Gal.4.817. 5 c. dat., in communion with, τῇ ἐκκλησίᾳ Just. Nov.8 Jusj. II Act., receptive, sharing in, φωτός Str.17.1.36. III Adv. -κῶς, χρῆσθαι τοῖς εὐτυχήμασι to suffer others to partake in one's good fortune, Plb.18.48.7; κ. βιῶναι D.S.5.9; ζῆν κ. καὶ φιλικῶς Plu. 2.1108c, etc. 2 Medic., by sympathy, κ. σπᾶσθαι prob. in Aët.3.140.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1470] zur Theilnahme, Gemeinschaft gehörig, geschickt, mittheilend, gesellig; Plat. defin. 411 e wird die δικαιοσύνη erkl. als ἰσότης κοινωνική, wie Arist. pol. 3, 13 ἀρετὴ κοινωνική; so Folgende; κοινωνικὴ καὶ φιλικὴ διάθεσις Pol. 2, 41, 1; τῶν ὄντων, gern davon mittheilend, Luc. Tim. 56 u. a. Sp. – Adv.; κοινωνικῶς χρῆσθαι τοῖς εὐτυχήμασι, Andere an seinem Glücke Theil nehmen lassen, Pol. 18, 31, 7; ζῆν Plut. adv. Col. 2, wie βιοῦν D. Sic. 5, 9; so auch A.

Greek (Liddell-Scott)

κοινωνικός: -ή, -όν, ἀπὸ κοινοῦ ὑπάρχων ἢ ἰσχύων μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ ἀνθρώπου, ἰσότης κοινωνικὴ ἡ δικαιοσύνη Ὅροι Πλάτ. 411Ε· κ. ἀρετὴ Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 13, 3· κ. καὶ φιλικὴ διάθεσις Πολύβ. 2, 44, 1, πρβλ. Wytt. Πλούτ. 2. 43D· ― τὸ -κόν, ἡ πρὸς κοινωνίαν διάθεσις, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 3. 13, 5, κτλ. 2) παρέχων μερίδιον ἔκ τινος, τῶν ὄντων Λουκ. Τίμ. 56· ἀπολ., κ. ὁ Ἑρμῆς, ἕτοιμος νὰ συμμερισθῇ τὴν τύχην μετὰ τῶν ἄλλων, παροιμ. ἐν Ἀριστ. Ρητ. 2. 24, 2· πρβλ. κοινὸς Α. Ι. 1. ΙΙ. Ἐπίρρ., κοινωνικῶς χρῶμαι τοῖς εὐτυχήμασι, ἐπιτρέπω καὶ εἰς ἄλλους νὰ μετέχωσι τῶν εὐτυχιῶν μου, Πολύβ. 18. 31, 7· κ. βιῶναι Διόδ. 5. 9· ζῆν κ. καὶ φιλικῶς Πλούτ. 2. 1108C, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 disposé à partager, à donner une part de, gén.;
2 communicatif, sociable.
Étymologie: κοινωνός.

English (Strong)

from κοινωνός; communicative, i.e. (pecuniarily) liberal: willing to communicate.

English (Thayer)

κοινωνικη, κοινωνικον (κοινωνία);
1. social, sociable, ready and apt to form and maintain communion and fellowship: Plato, deff., p. 411e.; Aristotle, pol. 3,13 (p. 1283a, 38; eth. Eudem. 8,10, p. 1242a, 26 κοινωνικον ἄνθρωπος ζοων); Polybius 2,44,1; Antoninus 7,52. 55; often in Plutarch; πράξεις κοινωνικαι, actions having reference to human society, Antoninus 4,33; 5,1.
2. inclined to make others sharers in one's possessions, inclined to impart, free in giving, liberal (Aristotle, rhet. 2,24, 2 (where, however, see Cope); Lucian, Tim. 56): 1 Timothy 6:18.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κοινωνικός, -ή, -όν) κοινωνός
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή αρμόζει στην κοινωνίακοινωνικός βίος»)
2. (για πρόσ.) αυτός που του αρέσουν οι συναναστροφές με άλλους ανθρώπους, προσηνής, κοσμικός
3. αυτός που πρόθυμα προσφέρει υπηρεσίες στους άλλους, αλτρουιστής
νεοελλ.
1. αυτός που εξυπηρετεί την κοινωνία, αυτός που γίνεται προς το συμφέρον της προόδου και της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου (α. «κοινωνική πολιτική» β. «κοινωνική πρόνοια»)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα κοινωνικά
στήλη εφημερίδων και περιοδικών στην οποία καταχωρίζονται αγγελίες γάμων, θανάτων κ.ά. κοινωνικά γεγονότα
3. φρ. α) «κοινωνικές τάξεις» — μεγάλες ομάδες ανθρώπων ιστορικά διαμορφωμένες που διακρίνονται μεταξύ τους λόγω της οικονομικής τους κατάστασης και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα θεμελιώδη συμφέροντα καθώς και από ιδιαίτερη ψυχολογία και κοινωνική συνείδηση (α. «η τάξη τών φεουδαρχών» β. «η εργατική τάξη»)
β) «κοινωνικές ασφαλίσεις» — σύστημα προστασίας τών μισθωτών και άλλων κατηγοριών εργαζομένων έναντι ασφαλιζόμενων κινδύνων -γήρατος, ασθένειας, ανεργίας- με έσοδα που προέρχονται από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών καθώς και από κρατικές επιχορηγήσεις
γ) «κοινωνικές επιστήμες» — οι επιστήμες που ως αντικείμενό τους έχουν τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς ως προς τις κοινωνικές και πολιτιστικές πλευρές της
δ) «κοινωνική διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση» — η ύπαρξη και καθιέρωση στην κοινωνία διαφορετικών τάξεων, ομάδων ή κατηγοριών ατόμων
ε) «κοινωνική θέση» — η τοποθέτηση μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα από την οποία εκπορεύονται και προς την οποία κατευθύνονται διάφορες μορφές δράσης
στ) «κοινωνικό σύστημα» — ο τρόπος της οργανωτικής διάρθρωσης μιας κοινωνίας από τον οποίο εξαρτάται η μορφή διαστρωμάτωσής της και οι σχέσεις τών διαφόρων στρωμάτων μεταξύ τους
ζ) «κοινωνική ομάδα» — σειρά ατόμων που βρίσκονται ή βρέθηκαν πρόσφατα ή πρόκειται να βρεθούν σε ένα είδος αλληλεξάρτησης
η) «κοινωνικό κίνημα» — χαλαρά οργανωμένη αλλά συνεχής δραστηριότητα που υποστηρίζει έναν κοινωνικό σκοπό είτε την εφαρμογή ή την πρόληψη μιάς μεταβολής στη δομή ή στις αξίες μιας κοινωνίας
θ) «κοινωνικά βάρη» — τίτλος λογαριασμού για την παρακολούθηση τών κοινωνικών δαπανών μιας επιχείρησης
ι) «κοινωνική δομή» — η χαρακτηριστική διάρθρωση εξειδικευμένων και αλληλεξαρτώμενων θεσμών δια τών οποίων τα μέλη μιας ανθρώπινης κοινωνίας επιδρούν το ένα στο άλλο και κατορθώνουν να συμβιούν
ια) «κοινωνική αλλαγή» — μεταβολή μιας πλευράς, ενός θεσμού, μιας συγκεκριμένης κατάστασης ή σχέσης στη ζωή της κοινωνίας ή ο μετασχηματισμός ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος
ιβ) «κοινωνική επανάσταση» — η επανάσταση που έχει μερικότερους ή γενικότερους κοινωνικούς στόχους
ιγ) «κοινωνική κινητικότητα» — η κίνηση τών ατόμων, τών οικογενειών ή τών ομάδων μιας δεδομένης κοινωνίας μέσα στον γεωγραφικό της χώρο είτε μέσα στο σύστημα ιεραρχίας και διαστρωμάτωσής της
ιδ) «κοινωνική παθολογία» ή «κοινωνική αποδιοργάνωση» — κατάσταση δυσφορίας του κοινωνικού συνόλου ή ενός σημαντικού τμήματός του οφειλόμενη στην ύπαρξη, την πλημμελή αντιμετώπιση ή τη διαιώνιση σοβαρών προβλημάτων
ιε) «κοινωνική ψυχολογία» — η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο κοινωνικό και πολιτιστικό της πλαίσιο
ιστ) «κοινωνικό εισόδημα»
(οικον.) το σύνολο τών ατομικών εισοδημάτων από κάθε πηγή όλων τών μελών της κοινωνίας
νεοελλ.-μσν.
το ουδ. εν. ως ουσ. το κοινωνικό(ν)
ύμνος της θείας κοινωνίας, ψαλμός που ψάλλεται προς το τέλος της θείας λειτουργίας και κατά τη διάρκεια του οποίου κοινωνούν οι ιερείς
αρχ.
1. αυτός που κατέχεται από κοινού («κοινωνικός ἐλαιών», πάπ.)
2. αυτός που είναι πρόθυμος να μοιράσει το κέρδος με άλλους
3. μεταδοτικός, διανεμητικός, που δίνει και σε άλλους από τα υπάρχοντά του
4. αυτός που βρίσκεται σε σχέση, σε επικοινωνία με κάποιον
5. αυτός που μετέχει της χριστιανικής κοινωνίας
6. το ουδ. εν. ως ουσ.
η διάθεση για επικοινωνία
7. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ κοινωνικά
α) ιδιοκτησία που ανήκει σε σωματεία
β) φόρος για τα σωματεία.
επίρρ...
κοινωνικά και -κώς (AM κοινωνικώς)
με κοινωνικό τρόπο.

Greek Monotonic

κοινωνικός: -ή, -όν,
I. αυτός που διεξάγεται από κοινού, κοινωνικός, σε Αριστ.
II. αυτός που αποδίδει μερίδιο, τινος, από κάτι, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

κοινωνικός:
1) общественный (ἰσότης Plat.; ἀρετή Arst.);
2) общительный, тж. отзывчивый, благожелательный (κ. καὶ φιλικός Polyb.);
3) охотно делящийся, щедрый (τῶν ὄντων Luc.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοινωνικός -ή -όν [κοινωνός] gemeenschaps-, sociaal. vrijgevig; NT; met gen.: τῶν ὄντων κοινωνικόν vrijgevig met zijn bezittingen Luc. 25.56.

Middle Liddell

κοινωνικός, ή, όν
I. held in common, social, Arist.
II. giving a share, τινος of a thing, Luc. [from κοινωνός

Chinese

原文音譯:koinwnikÒj 虧挪你可士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:共有 是著
字義溯源:相通的,與人分享,慷慨的,樂意供給,大方的;源自(κοινωνός)=分享者);而 (κοινωνός)出自(κοινός)*=公用)
出現次數:總共(1);提前(1)
譯字彙編
1) 樂意供給(1) 提前6:18