Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντλία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἀντλία) άντλος
νεοελλ.
συσκευή, που χρησιμοποιεί μηχανικό έργο για να μεταφέρει, να ανυψώσει ή να συμπιέσει ρευστά
αρχ.
1. αμπάρι πλοίου
2. το ακάθαρτο νερό που συγκεντρώνεται στο εσωτερικό του πλοίου.