Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποθνήσκω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν → But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

(AM ἀποθνῄσκω, (Μ κ. ἀποθνήσκω)
1. πεθαίνω
2. σκοτώνομαι
3. αποχωρίζομαι οριστικά από κάτι, το αποκηρύσσω οριστικά («ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ»)
αρχ.
1. πεθαίνω στα γέλια, πάω να σκάσω απ' τα γέλια
2. φρ. «ἀποθνῄσκω τῷ δέει» — πεθαίνω από τον φόβο μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απο- + θνήσκω
ο απλός τ. (θνῄσκω) στον πρκμ. και υπερσ. χρησιμοποιείται κανονικά, ενώ οι ενεστ., μέλλ. κ. αόρ. υποκαθίστανται από τους χρόνους του συνθ. ἀποθνῄσκω].