Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχοντιώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ἀρχοντιῶ (-άω) (Μ) άρχων
ποθώ να γίνω άρχοντας ή να καταλάβω κάποια ανώτερη θέση.