Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποθώ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

ποθώ -έω, ΝΜΑ, και αιολ. τ. ποθήω, Α
1. επιθυμώ έντονα κάτι που στερήθηκα
(α. «ποθούσα να ξαναδώ τη μάνα μου» β. «ποθείς τὸν οὐ παρόντα καὶ μάτην καλεῑς», Αριστοφ.)
2. έχω έντονη ερωτική επιθυμία («καὶ συνοῡσαν αὐτῷ ποθεῑν αὐτόν», λουκ.)
3. επιθυμώ, λαχταρώ να κάνω κάτι («τοιοῡτοι ὄντες ἐπόθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα σῴζεσθαι»)
4. (το ουδ. παθ. μτχ.) τὸ ποθούμενω(ν)
ό,τι επιθυμεί πολύ κάποιος
αρχ.
1. (για πράγμ.) απαιτώ, έχω ανάγκη από κάτι («τί γὰρ ποθεῑ τράπεζα»; Ευρ.)
2. (το ουδ. μτχ. εν.) τὸ ποθοῡν
ο πόθος, η επιθυμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι λ. ποθῶ και πόθος ανάγονται στην ετεροιωμένη βαθμίδα ghwodh της ΙΕ ρίζας ghwedh- «παρακαλώ, ποθώ, λαχταρώ». Την απαθή βαθμίδα της ίδιας ρίζας εμφανίζει ο αορ. θέσσασθαι (< θεθ-σασ-θαι), από το θ. του οποίου έχει προέλθει, κατά το σχήμα λόγος: λέγω, η λ. πόθος (< φόθος, με ανομοίωση τών δασέων. Για την εναλλαγή του αρκτικού -φ- και -θ- πρβλ. θείνω: φόνος, βλ. λ. θείνω). Το ρ. ποθώ αποτελεί είτε ενεστ. επιτατικού-επαναληπτικού τύπου, αντίστοιχο του τ. θέσσασθαι (πρβλ. στροφέω: στρέφω) είτε μετονοματικό παρ. της λ. πόθος (πρβλ. και το σύστημα φοβέω: φόβος: φέβομαι)].