Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασβεστώνω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ασβέστης
1. επαλείφω με ασβέστη, ασπρίζω τοίχο
2. χρησιμοποιώ άφθονα καλλυντικά για το πρόσωποασβεστωμένα μούτρα»)
3. ανακατεύω χώμα με ασβέστη για λίπανση.