Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επαλείφω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐπαλείφω, Μ και έφαλείφω)
αλείφω, επιχρίω, καλύπτω μια επιφάνεια με λιπαρή κυρίως ουσία
μσν.
«δώροις ἐφαλείφω» — γεμίζω κάποιον με δώρα
αρχ.
1. μτφ. προπαρασκευάζω, προαλείφω
2. παρακινώ, παροξύνω κάποιον
3. (για μέθη) εξάπτω, ερεθίζω
4. χρωματίζω με μεταλλική βαφή τα σιδερένια ύφαλα του πλοίου
5. «τοὺς τοίχους τους δύο ἐπαλείφω» (παροιμ. στον Παυσ.)
κολακεύω και τα δύο μέρη, περιποιούμαι και τον ένα και τον ἄλλο, είμαι διπλοπρόσωπος.