Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοκίνητος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτοκίνητος, -ον)
αυτός που κινείται αυτόματα, από μόνος του
μσν.
1. (για περιουσία) ακίνητη
2. το ουδ. ως ουσ. ζώο.