Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαριά

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

(I)
η
(θηλ. του επίθ. βαρύς)
βλ. βαρύς.
(II)
η
βαρέα)
βαρύ, μεγάλο σιδερένιο σφυρί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. βαριά < μσν. βαρέα < αρχ. βαρεία, θηλ. του επίθ. βαρύς.
(III)
επίρρ.
βλ. βαρύς.