Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βύθισμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
1. η βύθιση
2. το μέρος του πλοίου από την ίσαλο γραμμή ώς την τρόπιδα, την καρίνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βυθίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον Ηλία Κανελλόπουλο].