Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βυθίζω

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: βῠθίζω Medium diacritics: βυθίζω Low diacritics: βυθίζω Capitals: ΒΥΘΙΖΩ
Transliteration A: bythízō Transliteration B: bythizō Transliteration C: vythizo Beta Code: buqi/zw

English (LSJ)

   A sink a ship, S.Fr.552; μίαν πεντήρη ἐβύθισαν Plb.2.10.5; let down, ἀγκύρας Them.in Ph.133.20; bury, plunge, ἑρπετόν… ἐν μυχῷ τοῦ πηλοῦ Luc.Alex.13:—Pass., of a ship, etc., sink, D.S.11.18, Babr. 117.1, Plu.Caes.49, D.Chr.63.3; of a person, to be plunged into the sea, Plu.2.831d.    II overwhelm, submerge, of a flood, οἰκίας Plu. 2.306f:—Pass., Id.Daed.7.    III metaph., β. ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον 1 Ep.Ti.6.9:—Pass., to be ruined, τοὺς διὰ φιλοκερδίαν βυθιζομένους Phld.Mort.33; τὸ νῆφον ὑπὸ τοῦ πάθους βυθίζεται Alciphr.1.13; νοῦς βυθισθεὶς θυμῷ ἢ ἐπιθυμίᾳ Simp.in Ph.273.11, cf. Hld.7.12.

German (Pape)

[Seite 467] versenken, Arist. de plant. 2, 2; in Grund bohren, τριήρη Pol. 2, 10 u. Sp.; νεὼς βυθισθείσης Babr. 117, 1; ἐν μυχῷ τοῦ πηλοῦ Luc. Alex. 13; ὀφθαλμόν, senken, Philostr.

Greek (Liddell-Scott)

βῠθίζω: καταβυθίζω πλοῖον, Σοφ. (;) παρ’ Ἡσυχ.· μίαν τριήρη ἐβύθισαν Πολύβ. 2. 10, 5· β. ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον Α’ Ἐπιστ. π. Τιμ. ς’, 9· - παθ., ἐπὶ πλοίου, κτλ., καταβυθίζομαι, Ἀριστ. Φυτ. 2. 2, 6, Διόδ. 11. 18, κτλ.

French (Bailly abrégé)

enfoncer, plonger jusqu’au fond.
Étymologie: βυθός.

Spanish (DGE)

(βῠθίζω) I 1náut. sumergir, hundir en el mar s. cont., S.Fr.552, τὴν ναῦν Plb.16.3.2, μίαν ... πεντήρη Plb.2.10.5, β. ἀγκύρας echar anclas, anclar Them.in Ph.132.20.
2 gener. hundir, sepultar οἰκίας Aristid.Mil.11, cf. PMag.62.44, ἑρπετὸν ... ἐν μυχῷ τοῦ πηλοῦ Luc.Alex.13, cf. LXX 2Ma.12.4, βυθίζει σε (ὁ διάβολος) ... εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός Phys.56a.
3 fig. hundir, sumir ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον 1Ep.Ti.6.9.
II en v. med.-pas.
1 hundirse, náut. irse a pique, naufragar D.S.11.18, Plu.Caes.49, D.Chr.63.3, Arr.Epict.3.2.18, Eu.Luc.5.7, Babr.117.1
de pers. ahogarse βυθισθεὶς μόλις casi ahogado Plu.2.831d, ἐβυθίσθησαν εἰς θάλασσαν ... καὶ ἀπώλοντο ref. al Faraón y sus tropas en el Mar Rojo, 1Ep.Clem.51.5
sumergirse en un pozo εὗρέν με κάτω βεβυθισμένον GVI 1159.13 (Notion I d.C.)
de la tierra anegarse Plu.Fr.157.7.
2 fig. c. dat. o constr. prep. hundirse, sumirse, perderse (νοῦς) βυθισθεὶς θυμῷ ἢ ἐπιθυμίᾳ (mente) sumida en la ira o la codicia Steph.in Rh.273.11, cf. Hld.7.12, βυθισθεῖσάν τε καὶ ἀφανισθεῖσαν οὐκ ἐν τῇ θαλάττῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ γῇ de Esparta, Philostr.VA 4.32, διὰ φιλοκερδίαν Phld.Mort.33.30, τὸ νῆφον ... ὑπὸ τοῦ πάθους βυθίζεται Alciphr.1.16.1, βυθιζομένη ... εἰς ἀνομίαν del alma A.Io.112.8, βεβυθισμένον τὴν τῶν ὀφθαλμῶν ἀκτῖνα διὰ πανουργίαν la mirada perdida en sus maquinaciones en un retrato de Ulises, Philostr.Iun.Im.1.4, cf. 8.1.

English (Abbott-Smith)

English (Strong)

from βυθός; to sink; by implication, to drown: begin to sink, drown.

English (Thayer)

(present passive βυθίζομαι); (βυθός, which see); to plunge into the deep, to sink: ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά, of ships (as Polybius 2,10, 5; 16,3, 2 (Aristotle, Diodorus, others)), so that they began to sink, τινα εἰς ὄλεθρον (A. V. drown), 1 Timothy 6:9.

Greek Monolingual

(AM βυθίζω) βυθός
Ι. 1. ρίχνω στον βυθό, καταποντίζω κάτι ή κάποιον
2. καταστρέφω
3. καταστρέφομαι
νεοελλ.
1. τοποθετώ κάτι ή κάποιον μέσα σε νερό ή άλλο υγρό, καταδύω
2. μπήγω, χώνω βαθιά κάτι αιχμηρό (μαχαίρι, καρφί, νύχια) σε άλλο σώμα
3. φρ. α) «βυθίζω κάποιον σε σκέψεις» ή «βυθίζω κάποιον σε λογισμό» — ρίχνω κάποιον σε φροντίδες, σε έγνοιες
β) «βυθίζω κάποιον στον Άδη» — φονεύω
II. βυθίζομαι
(αρχ.-νεοελλ.) καταστρέφομαι
νεοελλ.
1. πέφτω σε λήθαργο, ναρκώνομαι
2. γκρεμίζομαι.

Greek Monotonic

βῠθίζω: (βυθός), μέλ. -σω, βουλιάζω ένα πλοίο· μεταφ., καταστρέφω ανθρώπους, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

βῠθίζω:
1) погружать в воду, топить (μίαν τριήρη Polyb.);
2) med.-pass. тонуть (ξύλον οὐ βυθίζεται Arst.; ἡ ναῦς βυθισθεῖσα Diod.; τὰ σκάφη ἐβυθίσθη Plut.);
3) поглощать (χῶμα или χάσμα πολλὰς οἰκίας ἐβύθισε Plut.);
4) ввергать (τινὰ εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν NT).

Middle Liddell

βυθός
to sink a ship: metaph. to sink or ruin men, NTest.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βυθίζω βυθός aor. ἐβύθισα, pass. ἐβυθίσθην
1. act.
2. doen zinken; overdr.. αἵτινες βυθίζουσιν τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν die een mens in het verderf storten en ten onder doen gaan NT 1 Tim. 6.9.
3. verbergen (in iets dieps). Luc. 42.13.
4. pass. zinken.