Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρίνα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και καρένα, η (Μ καρίνα)
κοινή ονομασία της τρόπιδας του πλοίου, η δοκός που αποτελεί το κατώτατο μέρος του σκελετού του πλοίου, εκτείνεται από την πλώρη ώς την πρύμνη και είναι η βάση πάνω στην οποία ναυπηγείται ολόκληρο το σκάφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. carina].