Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαλατένιος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-α, -ο
1. (για φαγώσιμα) αυτός που έχει κύριο συστατικό του το γάλα
2. εκείνος που έχει το χρώμα του γάλακτος, ο κάτασπρος.