Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γενίκευση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η
1. καθολίκευση
2. η καθολική, η γενική εφαρμογή αρχής, νόμου, κανόνα
3. επέκταση («η γενίκευση της συζήτησης»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γενικεύω. Η λ. γενίκευσις μαρτυρείται από το 1849 στον Τιμολ. Δρακούλη].