Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλυκά

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

γλυκέα και γλυκιά) επίρρ.
1. ευχάριστα στην ακοή («τραγουδά γλυκά»).
2. με γλυκύτητα στους τρόπους, ευγενικά
νεοελλ.
1. με αγάπη, τρυφερά, στοργικά
2. μαλακά, απαλά
3. γαλήνια, ήσυχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. γλυκά < γλυκός, ενώ το μσν. γλυκέα από τον πληθ. του ουδ. του αρχ. επιθ. γλυκύς. Ο τ. γλυκιά < γλυκέα, με συνίζηση].