Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλυκά

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

γλυκέα και γλυκιά) επίρρ.
1. ευχάριστα στην ακοή («τραγουδά γλυκά»).
2. με γλυκύτητα στους τρόπους, ευγενικά
νεοελλ.
1. με αγάπη, τρυφερά, στοργικά
2. μαλακά, απαλά
3. γαλήνια, ήσυχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. γλυκά < γλυκός, ενώ το μσν. γλυκέα από τον πληθ. του ουδ. του αρχ. επιθ. γλυκύς. Ο τ. γλυκιά < γλυκέα, με συνίζηση].