Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γραυς

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

γραῡς και γρηῡς και γρηΰς, η (Α)
1. γριά γυναίκα
2. (κωμικά) γέρος άντρας
3. κάβουρας
4. αφρός γάλακτος που βράζει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. γριά].