Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

1. αυτός μέσα από τον οποίο διέρχονται τα δάκρυα («δακρυαγωγός πόρος»)
2. αυτός που προκαλεί τη ροή τών δακρύων («δακρυαγωγά φάρμακα»).