Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεινοπαθής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek (Liddell-Scott)

δεινοπαθής: -ές, δεινὰ πάσχων, ἢ παθών, μτγν.

Spanish (DGE)

-ές
1 que sufre terriblementeglos. a αἰνοπαθής Apollon.Lex.142, glos. a σχέτλιος Sud.
2 adv. -έως vehementemente τὰ κατ' αὐτὸν δ. ἀναδιδάξαντες Philost.HE 9.8.

Greek Monolingual

δεινοπαθής, -ές (Α)
αυτός που υφίσταται ή υπέστη πολλά δεινά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δεινός + -παθής < πάθος.