Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεινόμορφος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek (Liddell-Scott)

δεινόμορφος: -ον, ἔχων δεινὴν μορφήν, Βυζ.

Greek Monolingual

δεινόμορφος -ον (Μ)
όποιος έχει μορφή φοβερή.