Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δερμάτι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (AM δερμάτιον)
νεοελλ.
1. δέρμα ζώου, το τομάρι («είχεν κι απάνω στ' άρματα βαλμένο 'να δερμάτι», Ερωτ.)
2. ασκός από δέρμα ζώου
αρχ.
1. μικρό και λεπτό δέρμα
2. κομμάτι από δέρμα.