Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διακλάδωση

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η
1. χωρισμός σε κλάδους, χωρισμός σε δευτερεύουσες γραμμές, διευθύνσεις
2. το σύνολο τών κλάδων ή ένας κλάδος σε σχέση με τους άλλους
3. ο κλάδος που προέρχεται από τη διακλάδωση, το παρακλάδι
4. χωρισμός αιμοφόρου αγγείου ή νεύρου σε δευτερεύοντα τμήματα
4. η σύνδεση δύο σημείων ενός κλειστού ηλεκτρικού κυκλώματος με τη βοήθεια ενός δεύτερου αγωγού
5. βοτ. το σύνολο τών διαιρέσεων ενός φυτού, ιδίως δενδρόμορφου.