διακροτώ

From LSJ

τίς τὸν πλανήτην Οἰδίπουν καθ' ἡμέραν τὴν νῦν σπανιστοῖς δέξεται δωρήμασιν → who on this day shall receive Oedipus the wanderer with scanty gifts

Source

Greek Monolingual

διακροτῶ (-έω) (AM)
μσν.
διακηρύττω
αρχ.
1. γαμώ
2. αναλύω στα συνθετικά μέρη
3. διασπώ τα δεσμά.