Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαμάντι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το
1. ο αδάμαντας
2. μτφ. (για κρασί) διαυγέστατο
3. (για πρόσ.) λαμπρός, ηθικότατος, ακέραιου χαρακτήρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. diamante < (όψιμο λατ.) diamas < (αρχ. ελλ.) α-δάμας].