Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαμήκης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-άμηκες
1. αυτός που εκτείνεται σε όλο το μήκος, αυτός που καταλαμβάνει όλο το μήκος
2. αυτός που διέρχεται κατά μήκος
3. το ουδ. ως ουσ. α) το διάμηκες
η κατά μήκος διάσταση
φρ. «διάμηκες του πλοίου» — η απόσταση από την πρύμνη μέχρι την πλώρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διά + -μήκης < μήκος (πρβλ. επιμήκης, ισομήκης)].