Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαφθορέας

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

ο (AM διαφθορεύς) (Α και θηλ. διαφθορεύς, η)
1. αυτός που προκαλεί ηθική φθορά
2. όποιος δωροδοκεί, δωροδόκος
3. αυτός που βιάζει παρθένα ή παντρεμένη γυναίκα.