Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυστυχώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

(AM δυστυχῶ (-έω)
είμαι άτυχος, δυστυχισμένος
νεοελλ.
βρίσκομαι σε οικονομική εξαθλίωση
(αρχ. μσν.) έχω το δυστύχημα να έχω («τὴν λίμνην ἀντιμέτωπον δυστυχήσαντες»)
αρχ.
1. παθ. καταντώ δυστυχής
2. (με εμπρόθ. προσδ.) υφίσταμαι ατυχία («δυστυχῆ παίδων πέρι», Ευρ.).