Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυστύχημα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: δυστῠχημα Medium diacritics: δυστύχημα Low diacritics: δυστύχημα Capitals: ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ
Transliteration A: dystýchēma Transliteration B: dystychēma Transliteration C: dystychima Beta Code: dustu/xhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A piece of ill luck, failure, misfortune, And.2.9, Lys.24.3 (pl.), Pl.Cra.395d (pl.), Onos.36.4 (pl.); esp. of defeat in war, X.HG4.5.18, etc.

German (Pape)

[Seite 689] τό, Unglück, Unfall, gew. im plur.; Plat. Crat. 395 d; Lys. 13, 48; Arist. Nic. Eth. 1, 10, 3 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δυστύχημα: [ῠ]. τὸ, κακοτυχία, ἀποτυχία, ἀτύχημα, γεγονὸς ἀτυχές, Ἀνδοκ. 21. 2, Λυσ. 168. 22, Πλάτ. Κρατ. 395D, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
malheur, échec, revers.
Étymologie: δυστυχέω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό

• Prosodia: [-ῠ-]
1 infortunio, desgracia, calamidad οὐ τὸ δ. ὀνειδίζω Aeschin.3.78, cf. And.2.9, τοῦ δυστυχήματος αὐτοῖς ἀναγγελθέντος Plb.1.81.1, ἄνοια θνητοῖς δυστύχημ' αὐθαίρετον Men.Fr.709, δ. τι ἀκούσιον ἐγένετο Luc.DDeor.16.1, frec. en plu. δυστυχήματα ... δεινὰ καὶ πολλά Pl.Cra.395d, κοινὰ πάντα δυστυχήματα Men.Mon.514, τὰ τοῦ σώματος δυστυχήματα ref. a la invalidez, Lys.24.3, τὰ κακὰ ... καὶ τὰ δυστυχήματα Arist.EN 1100a17, τελευταὶ ... καὶ δυστυχήματα D.P.Au.2.8, μὴ ... περιπέσωσι δυστυχήμασι D.S.14.15, cf. Aesop.83.3, τοῖς δυστυχήμασι τῆς πατρίδος ἐπιστένοντες I.BI 1.11, τὰ τῶν πέλας δυστυχήματα Aesop.154, cf. 143.1, πολλάκις τὰ εὐτυχήματα πλεῖον ἔβλαψε τῶν δυστυχημάτων Onas.36.4, ἐν δυστυχήμασι καταστρέψαι τὸν βίον Str.4.1.13, σε ... συνέμπορον τῶν δυστυχημάτων πεποίηκεν Hld.2.17.1
rel. la guerra desastre, derrota X.HG 4.5.18, ἐν Κορίνθῳ X.HG 7.5.16, περὶ Θήβας δ. Plu.Alex.13, χιλιαρχῶν σοφίᾳ μετῆλθε τὸ δ. D.C.Epit.8.12.1.
2 fallo, fracaso δύο ... περὶ τὸν τῆς παιδείας λόγον δυστυχήματα Aristid.Quint.63.1.

Greek Monolingual

το (AM δυστύχημα)
ατύχημα, κακοτυχία
νεοελλ.
θάνατος
αρχ.
στρατιωτική καταστροφή.

Greek Monotonic

δυστύχημα: [ῠ], τό, κακοτυχία, αποτυχία, ατυχές γεγονός, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

δυστύχημα: ατος τό несчастье, неудача Lys., Xen. etc.

Middle Liddell

δῠστύχημα, ατος, τό, [from δυστῠχέω]
a piece of ill luck, a failure, Plat.